Απόστολος Λακασάς
.jpg&Width=200) Αχιλλέας Μητσός: «Η χρηματοδότηση της έρευνας είναι επένδυση η οποία οδηγεί, περισσότερο από κάθε άλλη, σε ανάπτυξη»
Από τη μία, περίπου 4.000 Έλληνες ερευνητές διαπρέπουν σε ξένα πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα. Από την άλλη, στην Ελλάδα τα σημάδια της αναξιοκρατίας, της διασπάθισης κονδυλίων, της έλλειψης προγραμματισμού και στρατηγικής είναι έντονα. Μπορεί να γίνει κάτι ώστε να αλλάξει η κατάσταση στον τομέα της έρευνας;
Η κρίση θα βάλει ταφόπλακα στην έρευνα οδηγώντας ακόμη περισσότερους νέους λαμπρούς επιστήμονες στο εξωτερικό, ή μήπως ήρθε η ώρα (ελέω και της κρίσης) να αλλάξει η κατάσταση στα ερευνητικά κέντρα και τα ΑΕΙ της χώρας; «Το στοίχημα είναι να βρεθεί η χρυσή τομή στην έρευνα εκείνη που καλείται να απαντήσει στις άμεσες αναπτυξιακές ανάγκες του τόπου, στις ανάγκες του παραγωγικού τομέα, αλλά και της παραγωγής δημοσίων αγαθών, χωρίς όμως να εγκαταλείπεται και εκείνη η έρευνα που δεν έχει αποδείξει εκ των προτέρων τη χρησιμότητά της» λέει στην Οικονομική ο γενικός γραμματέας Έρευνας και Τεχνολογίας του υπουργείου Παιδείας Αχιλλέας Μητσός.
Στη συνέντευξή του στιγματίζει τα αρνητικά του χώρου και μιλά για τις σημαντικές δυνατότητες και προοπτικές που υπάρχουν φτάνει να γίνει καλός σχεδιασμός δράσεων και στρατηγική αξιοποίηση των κονδυλίων. Και συμπληρώνει: «Μόνο μια δυνατότητα υπάρχει και αυτή πρέπει να τη χρησιμοποιήσουμε στο έπακρο: να προσφέρουμε στους νέους αλλά και λιγότερο νέους ερευνητές όσο το δυνατό καλύτερες συνθήκες για την πραγματοποίηση της έρευνάς τους στον τόπο μας».
Η χώρα κλυδωνίζεται από την οικονομική κρίση. Η έρευνα ήταν πάντοτε ένας από τους τομείς με μικρή χρηματοδότηση. Πόσο θα επηρεάσει η δημοσιονομική λιτότητα την κρατική χρηματοδότηση;
Βραχυπρόθεσμα, η δημόσια έρευνα, όπως και η χρηματοδότηση όλων των δημόσιων φορέων, πλήττεται από τη δημοσιονομική κρίση, με συνέπεια τη μείωση των τακτικών προϋπολογισμών των ερευνητικών κέντρων και των ΑΕΙ. Όμως αυτή η εξέλιξη αφορά μόνο τον τακτικό προϋπολογισμό και δεν έχει, δεν μπορεί να έχει, παρά μόνο βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα. Η χρηματοδότηση της έρευνας είναι επένδυση. Επένδυση η οποία οδηγεί περισσότερο από κάθε άλλη σε ανάπτυξη. Η παραγωγή της γνώσης (έρευνα), η μετάδοσή της (εκπαίδευση και διά βίου μάθηση), η γενικότερη διάχυσή της στην κοινωνία στο σύνολό της και η αξιοποίησή της με οικονομικά ωφέλιμο τρόπο (καινοτομία), αποτελούν το μοναδικό δρόμο προς τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και την ανάπτυξη. Αλλά και άμεσα υπάρχουν δυνατότητες, και μάλιστα σημαντικές, για τη χρηματοδότηση της έρευνας, των ερευνητών και των ερευνητικών υποδομών μέσω της εντυπωσιακά αχρησιμοποίητης χρηματοδότησης του ΕΣΠΑ. Θέλω να σημειώσω ότι στους συνολικούς προϋπολογισμούς περιλαμβάνονται αξιόλογα κονδύλια παραπάνω από ένα δισ. ευρώ για δράσεις έρευνας και τεχνολογίας (Ε&Τ). Τα κονδύλια αυτά δεν πρέπει να συγχέονται με τη χρηματοδότηση μέσω των ανταγωνιστικών προγραμμάτων Ε.Ε. (από το Πρόγραμμα Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για Ε&Τ). Το πρόβλημα όμως -το οποίο είναι μείζον- είναι το γεγονός ότι στην Ελλάδα ελάχιστο μέρος του συνόλου της χρηματοδότησης για Ε&Τ καλύπτεται από τον ιδιωτικό τομέα του οποίου η χρηματοδότηση είναι πολύ χαμηλή. Προς την κατεύθυνση αυτή πρέπει να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε αυτή η κατάσταση να αλλάξει και να ενισχυθεί η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα σε έργα και δράσεις έρευνας και τεχνολογίας.
Την ίδια στιγμή, η κοινή γνώμη, ο μέσος πολίτης, θεωρεί ότι η Ελλάδα δεν έχει σημαντικά αποτελέσματα στο πεδίο της έρευνας. Ισχύει αυτό;
Ενώ είναι απόλυτα φυσιολογικό να προσδοκά κανείς άμεσα αποτελέσματα από τις ερευνητικές προσπάθειες με τη μορφή καινοτομικών υπηρεσιών και προϊόντων ή συγκεκριμένη πρόοδο σε παραγωγικούς τομείς, στην πραγματικότητα το αποτέλεσμα της έρευνας είναι συχνά πολύ λιγότερο χειροπιαστό και μακροπρόθεσμου χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, η γραμμική σχέση της έρευνας με την καινοτομία κρύβει συχνά μια βαθύτερη και πολυπλοκότερη αλληλεπίδραση μεταξύ τους, η οποία όμως παραμένει σημαντική για την ανάπτυξη μιας χώρας. Αν όμως πρέπει να επισημάνω ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της έρευνας στην Ελλάδα είναι ότι, μολονότι το συνολικό επίπεδο δεν είναι όσο αναπτυγμένο θα θέλαμε, υπάρχουν, και υπάρχουν παντού, νησίδες πραγματικής αριστείας, δηλαδή ερευνητικές ομάδες που παράγουν ερευνητικό έργο ιδιαίτερα σημαντικό και ανταγωνιστικό σε διεθνές επίπεδο. Απόδειξη γι' αυτό είναι άλλωστε η πολύ σημαντική συμμετοχή των ελληνικών ερευνητικών ομάδων στα απολύτως ανταγωνιστικά ευρωπαϊκά προγράμματα.
Ποια θεωρείτε ότι είναι τα μεγαλύτερα προβλήματα, τα μειονεκτήματα της έρευνας στην Ελλάδα σήμερα; Ένα μεγάλο μερίδιο της έρευνας παράγεται από τα πανεπιστήμια. Ένα άλλο από τα ερευνητικά κέντρα. Τι δεν λειτουργεί καλά;
Είναι αλήθεια ότι το ελληνικό σύστημα έρευνας αντιμετωπίζει σειρά προβλημάτων και αδυναμιών. Τα πιο σημαντικά από αυτά αφορούν την έλλειψη μακροχρόνιας εθνικής πολιτικής για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη, την απουσία πολυετούς προγραμματισμού και σταθερών χρηματοδοτικών πλαισίων αναφοράς, αλλά και την αναποτελεσματική χρήση των περιορισμένων πόρων που διατίθενται για Ε&Τ, τη διασπορά, επικάλυψη αρμοδιοτήτων και την έλλειψη συντονισμού μεταξύ των δημοσίων φορέων που έχουν αρμοδιότητες έρευνας και τεχνολογίας, κατεξοχήν δηλαδή των ερευνητικών κέντρων και των ΑΕΙ, με συνέπεια την πολυδιάσπαση των ερευνητικών προσπαθειών, αλλά και τον κατακερματισμό των ερευνητικών υποδομών και την απουσία οργανωμένου σχεδίου ανάπτυξής τους, τους ελλιπείς μηχανισμούς σύνδεσης έρευνας και παραγωγικής οικονομίας, καθώς και την ανεπάρκεια μηχανισμών ουσιαστικής και αξιοκρατικής αξιολόγησης σε όλα τα επίπεδα με στόχο την προώθηση της αριστείας.
Εκτιμάτε ότι η Ελλάδα θα πρέπει να δώσει βάρος σε συγκεκριμένους ερευνητικούς τομείς;
Το στοίχημα είναι να βρεθεί η χρυσή τομή στην έρευνα εκείνη που καλείται να απαντήσει στις άμεσες αναπτυξιακές ανάγκες του τόπου, στις ανάγκες του παραγωγικού τομέα, αλλά και της παραγωγής δημοσίων αγαθών, χωρίς όμως να εγκαταλείπεται και η έρευνα εκείνη που δεν έχει αποδείξει εκ των προτέρων τη χρησιμότητά της. Άρα έμφαση πρέπει να δοθεί στην κάλυψη των αναπτυξιακών αναγκών της χώρας, αλλά και τη στήριξη κάθε ερευνητικής προσπάθειας υπό μια απόλυτη προϋπόθεση: την ποιότητα. Μόνο η άριστη έρευνα μπορεί να είναι χρήσιμη.
Υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός Ελλήνων ερευνητών που έχει φύγει στο εξωτερικό. Όλοι μιλούν για τη διαρροή «εγκεφάλων». Πώς νομίζετε ότι θα αντιμετωπισθεί το πρόβλημα;
Μόνο μια δυνατότητα υπάρχει και αυτή πρέπει να τη χρησιμοποιήσουμε στο έπακρο: να προσφέρουμε στους νέους αλλά και λιγότερο νέους ερευνητές όσο το δυνατό καλύτερες συνθήκες για την πραγματοποίηση της έρευνάς τους στον τόπο μας. Σε αυτήν τη λογική εντάσσεται και η προκήρυξη που θα δημοσιεύσουμε την περίοδο αυτή για τις μεταδιδακτορικές υποτροφίες, καθώς και οι άλλες προκηρύξεις για την ανάπτυξη του ανθρώπινου ερευνητικού δυναμικού που θα δημοσιοποιηθούν μέσα στο χρόνο.
Λέγεται ότι θα πρέπει να δοθεί βάρος στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Πώς θεωρείτε ότι τα ελληνικά ΑΕΙ πρέπει να γίνουν ανταγωνιστικά στο πλαίσιο της διεθνοποιημένης και έντονα ανταγωνιστικής αγοράς; Με ποια μέτρα, με ποιες ενέργειες θα επιτευχθεί αυτός ο στόχος;
Χωρίς βεβαίως να υποτιμήσει κανείς την καθαρά διδακτική διάσταση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης και η ανταγωνιστικότητά της συναρτάται πλήρως με την ποιότητα της ερευνητικής δουλειάς που γίνεται στα ΑΕΙ. Χρέος της πολιτείας είναι να παράσχει το απαραίτητο θεσμικό και χρηματοδοτικό πλαίσιο και να συνδέσει άμεσα τη χρηματοδότηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την ποιότητα του παραγόμενου ερευνητικού έργου, στη βάση ενός μεσοπρόθεσμου προγραμματισμού και μιας σχετικής συμφωνίας. |