Αγροδιατροφή: Πολλές πρωτιές, ακόμη περισσότερο μέλλον…

Του Γιώργου Μανέττα

 

Έχει πολλές πρωτιές στον αγροτικό τομέα. Έχει χαρακτηριστεί ως ο «σιτοβολώνας της Ελλάδας» αλλά και «πρωτεύουσα» του αιγοπρόβειου γάλακτος. Ζωτικό κομμάτι του οικοδομήματος αυτού δεν είναι άλλο από τον Θεσσαλικό κάμπο, ο οποίος συνεισφέρει πάνω από το 10% της εθνικής αγροτικής παραγωγής. Σε περίπου 5.000.000 στρέμματά του (το 1/5 περίπου της καλλιεργούμενης έκτασης της Ολλανδίας, της δεύτερης μετά τις ΗΠΑ εξαγωγικής χώρας αγροτικών προϊόντων στον κόσμο) καλλιεργούνται μια σειρά από βασικά γεωργικά προϊόντα: βαμβάκι, καλαμπόκι, ψυχανθή, κτηνοτροφικά φυτά (τριφύλλι, βίκος, κ.ά.), κηπευτικά υπαίθρου (π.χ. ντομάτα) και πολλά σιτηρά. Επίσης, παράγονται μεγάλες ποσότητες βιομηχανικών φυτών (μεταξύ των οποίων ο καπνός Berley Virginia), κτηνοτροφικών οσπρίων, ενώ στην περιοχή παράγονται επίσης μεγάλες ποσότητες χοιρινού και βόειου κρέατος καθώς και γαλακτοκομικά και τυροκομικά προϊόντα. Η θεσσαλική αγροτική παραγωγή έχει να επιδείξει σειρά προϊόντων ονομασίας προέλευσης: φέτα, κασέρι, μανούρι, Γαλοτύρι, Μπάτζος Θεσσαλίας, Γραβιέρα Αγράφων Καρδίτσας, Φιρίκι Πηλίου και Μήλα Ζαγοράς, κονσερβοελιά Μαγνησίας, σκόρδα Πλατυκάμπου και τα κρασιά Ραψάνης Λάρισας, Αγχιάλου Μαγνησίας, Μεσενικόλα Καρδίτσας, Τσίπουρο Τυρνάβου.

Το ισχυρό χαρτί

Η παραδοσιακή κτηνοτροφία και τυροκόμηση αποτελούν ισχυρό χαρτί της περιοχής. Ιδιαίτερα η κτηνοτροφία, και κυρίως η ποιμενική κτηνοτροφία, αποτελούσε και αποτελεί τη βάση της θεσσαλικής οικονομίας αλλά και θεμελιώδες στοιχείο δημιουργίας τόσο της πολιτιστικής κληρονομιάς της όσο και της διαμόρφωσης της υψηλής φυσικής αξίας των οικοσυστημάτων της. Μετά τα λαχανικά και τα φρούτα, τα γαλακτοκομικά-τυροκομικά προϊόντα είναι η δεύτερη πιο εξαγώγιμη κατηγορία της περιοχής. Η τέχνη της παρασκευής τυροκομικών προϊόντων μεταφέρεται από γενιά σε γενιά στις μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις που λειτουργούν μέχρι σήμερα (περίπου 70 τυροκομικές επιχειρήσεις έχουν έδρα τη Θεσσαλία). Άξια λόγου είναι και η αμπελουργία, η οποία έχει καταφέρει να αφήσει διακριτό αποτύπωμα. Η σύνδεση της περιοχής με την αμπελουργία και την οινοποίηση είναι μακραίωνη. Ειδικά η περιοχή του Πηλίου φημιζόταν για το κρασί της όσο και οι Κένταυροι για το πάθος τους προς αυτό. Η Θεσσαλία σήμερα καλύπτει –σε έκταση και παραγωγή– το 6% του οινοπαραγωγικού δυναμικού της Ελλάδας. Το κυριότερο χαρακτηριστικό των θεσσαλικών αμπελώνων είναι ότι βρίσκονται σε (ή πολύ κοντά σε) όμορφα φυσικά τοπία και τουριστικούς προορισμούς (π.χ. Μετέωρα), κάνοντας τον οινοτουρισμό στη Θεσσαλία ιδιαίτερα ελκυστικό.

Οι προκλήσεις

Υπάρχουν, όμως, και μια σειρά προκλήσεις που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν για να αξιοποιηθεί πλήρως το δυναμικό του κάμπου. Κυριότερη εξ αυτών θεωρείται το κρίσιμο μέγεθος που πρέπει να αποκτήσουν οι νέες επιχειρήσεις, ώστε να έχουν παραγωγικό ανάστημα έναντι των εν δυνάμει πελατών τους. Μια άλλη πρόκληση είναι η ολοκλήρωση των κατάλληλων υποδομών και η ενίσχυση των υφιστάμενων: Η λειτουργία του φράγματος του Αχελώου αναμένεται να δώσει σημαντική πνοή στο θεσσαλικό επιχειρείν, καθώς σε συνδυασμό με αρκετά έργα που υλοποιούνται σήμερα, όπως η εγκατάσταση αρμεκτηρίων στην κτηνοτροφία και οι σύγχρονες υδροπονικές καλλιέργειες στον αγροτικό τομέα, θα συμβάλει στη μείωση του κόστους και στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Κρίσιμη θεωρείται και η αναβάθμιση της «Αβερωφείου» Γεωργικής Σχολής Λάρισας σε «Όαση Απασχόληση και Καινοτομίας». Πρόκειται για ένα σχέδιο που προωθεί η Περιφέρεια, με στόχο να δημιουργηθεί ένας χώρος που θα συνδυάζει κατάρτιση και πρακτική άσκηση σε πραγματικές συνθήκες, δίνοντας προοπτικές επαγγελματικής αποκατάστασης σε άνεργους νέους ηλικίας 18 έως 29 ετών. Η ανέγερση των κτηριακών εγκαταστάσεων της Σχολής, οι οποίες βρίσκονται στη δυτική είσοδο της Λάρισας σε έκταση 20 στρεμμάτων, έγινε με δαπάνη του κληροδοτήματος του δωρητή Γεωργίου Αβέρωφ στις αρχές του 19ου αιώνα και λειτούργησε ως Μέση Γεωπονική Σχολή μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα. Το συγκρότημα των κτηρίων της Αβερωφείου Σχολής μαζί με τον περιβάλλοντα χώρο του χαρακτηρίστηκε ως έργο τέχνης και ιστορικό διατηρητέο μνημείο.