«Αλλιώς θα σηκωθούν οι πέτρες»: Όταν το Κράτος Δικαίου συνάντησε το Κοινό περί Δικαίου Αίσθημα

 

Από τα πολλά, συνήθως ενδιαφέροντα και κατά κανένα ζυγιασμένα μέτωπα συζήτησης που τακτικά ανοίγει ο e-kyklos (to think tank «του Βαγγέλη Βενιζέλου»: την διατύπωση συνήθως αρνείται ο ίδιος, μιλώντας για συλλογική προσπάθεια, όμως … ισχύει), το χθεσινό «Κοινό περί δικαίου αίσθημα vs Κράτος δικαίου» ήταν και επίκαιρο και καίριας σημασίας. Πρώτα-πρώτα, επειδή κάθε τόσο ακούγονται στην δημόσια συζήτηση κραυγές και διαμαρτυρίες όταν μια δικαστική απόφαση ή μια δικαιϊκή διαδικασία έρχεται σε αντίθεση με την βουή της κοινής γνώμης – και αυτό λειτουργεί πολιτικά. Ύστερα, επειδή ακόμη κι οι ίδιες έννοιες, μηντιακά διαμεσολαβημένες, συχνά παρεξηγούνται. Το ΚΟΙΝΟ περί δικαίου αίσθημα δεν είναι το τι βγάζει η μια δημοσκόπηση ή η άλλη • τι ανακοινώνει το πρωτοσέλιδο ή τι κρίνει το τηλεοπτικό πάνελ• σίγουρα όχι το «τι πιστεύω εγώ». Το δε Κράτος δικαίου δεν αναφέρεται στο ΚΡΑΤΟΣ, αναφέρεται στην επικράτηση του δικαίου• που μπορεί μέχρι και να … αντιτίθεται στην ισχύ του εν λόγω Κράτους.

Πάντως η συζήτηση αυτή – που έφερε στο πάνελ Π. Πικραμμένο με διαδρομή μέχρι την Προεδρία του ΣτΕ, Β. Μαρκή αντιεισαγγελέα Α.Π. (δίκη της «εταιρείας δολοφόνων», αλλά και της 17 Νοέμβρη), τους καθηγητές Χρ. Μυλωνόπουλο και Στ. Τσακυράκη και φυσικά τον αμφιτρύωνα Βαγγέλη Βενιζέλο – έδωσε την ευκαιρία να ξαναδεί ο καθένας το τρίγωνο Δικαιοσύνη-κοινή γνώμη-Πολιτική. Και να ξανασκεφτεί αυτή την αιχμή της δημόσιας συζήτησης. Οδηγώντας (με μαεστρία) το πάνελ, η Ιωάννα Μάνδρου θύμισε τις υποθέσεις εκείνες που, εντελώς πρόσφατα, έφεραν σε αντιπαράθεση το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» με τις αρχές του κράτους δικαίου: αποφυλάκιση Ρουπακιά – δίκη της Ηριάννας – 5ετής παραγραφή στους φορολογικούς ελέγχους – άδειες των τηλεοπτικών καναλιών – Πόθεν Έσχες των ίδιων των δικαστών: η θερμοκρασία γύρω από αυτήν την συζήτηση δεν έπαψε να ανεβαίνει…

Ενώ, κάνοντας το άλμα μέχρι τον Βαγγέλη Βενιζέλο που ουσιαστικά έδωσε την σύνοψη της βραδιάς, δεν μπορεί κανείς παρά να ανακαθήσει όταν θυμηθεί ότι η ως άνω κοινή γνώμη εμφορείται από «έλλειψη δικαιοκρατικού αισθήματος». Ακούγεται άσχημα, αλλά: ευρύτατο μέρος της κοινής γνώμης και την ποινή του θανάτου βλέπει θετικά, και στην «παραδειγματική τιμωρία» πιστεύει, και την ποινική παραγραφή δεν καλοβλέπει, και την τυποποίηση των φορολογικών υποχρεώσεων (πλην των δικών μου), και την τυποποίηση του ποινικού αδικήματος (πλην αν έχω μπλέξει εγώ), και το τεκμήριο αθωότητας δεν το καλοβλέπει και την ποινική παραγραφή και το ne bis in idem….

Πάντως, το συμπέρασμα προς το οποίο οδήγησε την συζήτηση ο ΒΒ είναι ότι άμα διατηρηθεί μια αντίθεση μεταξύ των δυο εννοιών – Κράτος δικαίου και κοινού περί δικαίου αισθήματος στο τέλος είτε η κοινωνία θα εξεγερθεί, είτε το Κράτος θα βρεθεί να επικρατεί άκριτα. Γι αυτόν, μόνον οι εγγυήσεις συνταγματικής (ή και υπερσυνταγματικής, όπως του διεθνούς/ευρωπαϊκού πλέγματος ανθρώπινων δικαιωμάτων) περιωπής εισάγουν φραγή στην εκτροπή που μπορεί να επέλθει στην συζήτηση.

Από πλευράς Τάκη Πικραμμένου, τέθηκε στο τραπέζι η, με συγκρατημένο πλην αυστηρό, λόγο αμφισβήτηση των παραγόντων που οικοδομούν το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» και εξηγήθηκε πώς η σαγήνη «του κόσμου στις πλατείες» επαναπροσδιορίζει στρεβλωτικά τον ρόλο της πολιτικής. Η λειτουργία των ΜΜΕ – και τώρα, ιδίως, των social media – κατακλύζει με πληροφορίες και μέσω του πολιτικού (ο οποίος εμφανίζεται “αυθεντικός ερμηνευτής της κοινής γνώμης”) επηρεάζει την ίδια την Δικαιοσύνη. Κατά τρόπο αμυντικό, τα Δικαστήρια αποκτούν πλέον εκπροσώπους Τύπου ή και Γραφεία Τύπου προκειμένου να επεξηγούν τις αποφάσεις τους. Ενώ ο νομοθέτης, ευρηματικός, επιχειρεί να ανακόψει τον δικαστικό έλεγχο (εν συνεχεία, δε, η νομολογία επίσης ευρηματική, τον παρακάμπτει). Για τον Τ. Πικραμμένο οι πολιτικοί θάπρεπε πάντως να μην λησμονούν ότι ο ρόλος τους είναι να ηγούνται, όχι να ακολουθούν…

Στην δική του παρέμβαση, ο ποινικολόγος Χρ. Μυλωνόπουλος με αυτοσυγκράτηση περιέγραψε πώς η νομολογία των Δικαστηρίων ενσωματώνει την βουή της κοινής γνώμης – όταν π.χ. δέχεται ως ρουτίνα ενδεχόμενο δόλο για δυστυχήματα αμέλειας, βαριάς έστω, που συγκίνησαν το κοινό αίσθημα. πώς, αναβιώνοντας την (καταργημένη) ρύθμιση περί σωρευτικού, υπολογισμού ζημίας απευθύνεται στο κοινό αίσθημα. πώς «κακουργηματοποιεί» κατ’εξακολούθησιν πλημμελήματα, πώς δέχεται εύκολα την παράσταση Πολιτικής Αγωγής του Δημοσίου σε περιπτώσεις ακόμη και έμμεσης ζημίας… Η εξομολόγηση Αρεοπαγίτη, που μετέφερε, ότι «αλλιώς θα σηκωθούν και οι πέτρες» ήταν εύγλωττη.

Συνταγματολόγος, αλλά από την σκοπιά μιας ηθικής ενατένισης του Δικαίου, ο Στ. Τσακυράκης επανέφερε την Δικαιοσύνη ως «βασικό ζητούμενο της πολιτικής οργάνωσης», προσθέτοντας ότι – γι αυτόν – κάθε άνθρωπος έχει αντίληψη ης Δικαιοσύνης, του δικαίου. Όπου υπάρχει/διαπιστώνεται ασυμβατότητα Κράτους δικαίου/κοινού αισθήματος χρειάζεται με κάθε τρόπο να επιδιώκεται η άρση της με την εισαγωγή του ηθικού στοιχείου. Βαθιά νερά…

Πάντως, για τον εισαγγελέα Β. Μαρκή – ο οποίος μίλησε από βήματος, χαριτολογώντας ότι έχει συνηθίσει αυτή την στάση ως εκ της θητείας του – στην Δικαιοσύνη οφείλει να αναγνωρίζεται ότι και λάθη υπήρξαν και αστοχίες. Για να τονίσει ότι «για την καθημερινή λειτουργία της Δικαιοσύνης, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε αληθινά». Ο ρόλος της προσωπικότητας του δικαστή – του συγκεκριμένου κάθε φορά δικαστή… – συνήθως παραγνωρίζεται, ενώ ο όλος αυτός είναι καίριος και ενώ «με την θολή επίκληση  της κοινής γνώμης απειλείται βαθύτερα η ανεξαρτησία του Δικαστή». Ο Β. Μαρκής, πάντως, επεσήμανε και την άλλη διάσταση: το πώς ο καρριερισμός (ας πούμε) του δικαστή, μαζί με τα αντανακλαστικά του πολιτικού συστήματος, στρεβλώνουν την όλη συζήτηση. Αφηγήθηκε – χωρίς ονόματα – την γνωστή υπόθεση υπουργού που κυνήγησε έντυπο δικαστικό – έφθασε η υπόθεση στον Αρειο Πάγο ο οποόος δικαίωσε τον υπουργό, κόντρα στην εισήγηση της εισηγήτριας (αποδεχόμενοι ότι ο εν λόγω υπουργός, 60άρης σήμερα, ήταν μεταξύ των ιδρυτών του ΚΚΕ – έτσι μικρό πρόβλημα με την ιστορία του 90ετούς ΚΚΕ…) η εισηγήτρια μετέβαλε γνώμη κατά την ψηφιση. Α, ναι, οι τρεις στους πέντε της σύνθεσης που έταμε την υπόθεση βρέθηκαν στο Προεδρείο του Αρείου Πάγου στις επανααλουθήσασες προαγωγές.