Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούλιος 2021, τ. 1008

Ελλάδα 1821-2021 • Θεσσαλία του Νίκου Λούλη, Προέδρου Μύλων Λούλη

 

Η Θεσσαλία τις τελευταίες δεκαετίες αντιμετωπίζει μια αρκετά σοβαρή αποβιομηχανοποίηση που έχει ως αποτέλεσμα να έχουν χαθεί χιλιάδες θέσεις εργασίας. Οι τοπικές οικονομίες στηρίζονται κατά κύριο λόγο στην πρωτογενή παραγωγή (γεωργία) και κάποιες περιοχές στον τουρισμό.

Όμως, δυστυχώς, σε μεγάλο βαθμό δεν υπάρχει δευτερογενής και τριτογενής μεταποίηση, να μπορεί να προσθέσει τοπικά αξία στα προϊόντα, με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο κομμάτι της πρωτογενούς παραγωγής να φεύγει από τη Θεσσαλία άνευ επεξεργασίας και έτσι να χάνεται η προστιθέμενη αξία από την περιοχή.

Παράλληλα, στην περίπτωση της Μαγνησίας, την οποία γνωρίζω καλύτερα, το μεγαλύτερο κομμάτι της βιομηχανικής ζωής έχει ερημώσει και αντί τις κάποτε ακμάζουσες βιομηχανίες που θα συναντούσε κανείς σήμερα βλέπουμε κουφάρια παλαιών βιομηχανιών και κάποιες βιοτεχνίες. Το επακόλουθο αυτής της εξέλιξης είναι το μεγαλύτερο κομμάτι του εργασιακού δυναμικού με υψηλές δεξιότητες να εγκαταλείπει την περιοχή για να βρει δουλειά στην Αθήνα ή στο εξωτερικό, κάνοντας ακόμα πιο δύσκολη για την εναπομένουσα βιομηχανία να βρίσκει κατάλληλα εκπαιδευμένο και καταρτισμένο προσωπικό.

Δυστυχώς, τα ποσοστά ανεργίας στην περιοχή είναι υψηλότερα του μέσου όρου και το μεγαλύτερο κομμάτι του ανθρώπινου δυναμικού αναγκάζεται να απασχολείται σε χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας είτε στον τομέα των υπηρεσιών είτε στον τομέα της πρωτογενούς παραγωγής. Επικεντρώνομαι με τα παραπάνω στα προβλήματα που αντιμετωπίζει η περιοχή μας, τα οποία μπορεί να είναι διαφορετικά σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, δεν πρέπει όμως να παραβλέπουμε και το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ελληνική βιομηχανία: αυτό του υψηλού κόστους παραγωγής, το οποίο επηρεάζεται σαφώς από το υψηλό κόστος ενέργειας αλλά και τις υψηλές άμεσες και έμμεσες εισφορές προς το κράτος.

Η Θεσσαλία έχει τρία βασικά πλεονεκτήματα. Το πρώτο, που κανείς μπορεί να το βρει και σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, είναι οι φυσικές ομορφιές της, οι οποίες πρέπει να αξιοποιηθούν τουριστικά, κάτι το οποίο βέβαια ήδη γίνεται. Επιπλέον αυτού, η Θεσσαλία έχει τον μεγαλύτερο ελληνικό κάμπο, όπου κάθε χρόνο παράγονται μεγάλες ποσότητες δημητριακών και άλλων αγροτικών προϊόντων, ενώ παράλληλα υπάρχει και το λιμάνι του Βόλου, στρατηγικά τοποθετημένο για να ενισχύσει τις εξαγωγές.

Η Θεσσαλία μπορεί να ακολουθήσει ένα μοντέλο όπως αυτό της Θεσσαλονίκης και να γίνει ένα ακόμα λιμάνι για τα Νότια Βαλκάνια, όπου σε συνδυασμό με την αξιοποίηση της τοπικής αγροτικής παραγωγής θα μεταποιεί τοπικά και θα έχει εξαγωγικό προσανατολισμό μέσω του λιμένος.

Δυστυχώς, το λιμάνι του Βόλου, το οποίο είναι το μεγαλύτερο λιμάνι μεταξύ Πειραιά & Θεσσαλονίκης, είναι σε μεγάλο βαθμό παλαιωμένο σε επίπεδο εξοπλισμού και τεχνολογίας και αν δεν γίνουν οι απαραίτητες επενδύσεις δεν θα μπορέσει να γίνει ένα ανταγωνιστικό λιμάνι – και άρα δεν θα εξελιχθεί. Θα πρέπει να αποτελέσει κοινή αντίληψη όλων μας ότι η οικονομική ευημερία και ανάπτυξη μπορεί να υπάρξει μόνο σαν αποτέλεσμα μιας ακμάζουσας βιομηχανίας και ενός δυνατού παραγωγικού ιστού. Για να το πετύχουμε αυτό πρέπει τόσο η κοινωνία όσο και η Πολιτεία να είναι πιο φιλικές και υποστηρικτικές προς τη βιομηχανία, καθότι είναι γεγονός πως η επιχειρηματικότητα και η βιομηχανία στην Ελλάδα καταπολεμούνται, ενώ παράλληλα πρέπει και η ίδια η βιομηχανία να αντιληφθεί πως αποτελεί ουσιαστικό κομμάτι της κοινωνίας και άρα να λειτουργεί με περιβαλλοντική και κοινωνική ενσυναίσθηση και υπευθυνότητα.

Εάν το πετύχουμε αυτό, θεωρώ πως η Θεσσαλία μας θα μπορέσει να ισοσκελίσει την παραγωγή αξίας τόσο από τον τουρισμό όσο και από την ακμάζουσα πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή παραγωγή, προσελκύοντας παράλληλα και όλες τις υπηρεσίες που συνυπάρχουν σε μια οικονομικά ενεργή κοινωνία.