Οικονομική Επιθεώρηση, Νοέμβριος 2021, τ.1012

ΕΛΛΆΔΑ 1821 – 2021 του Γιώργου Βαϊλάκη

 

Με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης παρουσιάζουμε μερικές από τις προσωπικότητες που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση του νέου κράτους, αξιοποιώντας υλικό από το Μέγα Ελληνικόν Βιογραφικόν Λεξικόν του Κωνσταντίνου Βοβολίνη, ένα πεντάτομο έργο αναφοράς με 400 βιογραφίες

 

Η αρχή του λήμματος περί Ανδρέα Χατζηκυριάκου
στο Μέγα Ελληνικόν Βιογραφικόν Λεξικόν Βοβολίνη

Όταν στις αρχές του εικοστού αιώνα κτιζόταν στο κέντρο της Aθήνας το πρώτο κτήριο από τσιμέντο, ο βασιλιάς Γεώργιος A΄ ρώτησε:

– «Nα περνώ από το πεζοδρόμιον της οικοδομής ή από το απέναντι»;

Το περιστατικό, αναμφίβολα, απηχείτη συνήθη καχυποψία απέναντι στην εκάστοτε καινοτομία. Ήταν το ξενοδοχείο Ίλιον Παλλάς ιδιοκτησίας Αφεντούλη, στη γωνία των οδών Σταδίου και Κολοκοτρώνη, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1907. Και έμελλε να γίνει «το πρώτο κτίριο εν Ελλάδι, το οποίον οικοδομήθη διά του συστήματος του μπετόν αρμέ».

Όπως και άλλες νέες τεχνολογίες στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, το «σιδηροπαγές σκυροκονίαμα» ήρθε και καθιερώθηκε, προκαλώντας αλυσιδωτές επιπτώσεις στην καθημερινότητα. Η ριζική αλλαγή στον τρόπο κατασκευής των οικοδομών δεν συνιστούσε απλώς μια επανάσταση στην τεχνική. Aποδείχτηκε καθοριστική συνολικά για τη ζωή. Mε την ευρύτατη χρήση του νέου μέσου άλλαξε η βίωση της πραγματικότητας και η καθημερινή ζωή μιας ολόκληρης εποχής: Ήταν η «εποχή του τσιμέντου». Και ξεκίνησε από μια ιδέα που είχε ο νεαρός τότε Ανδρέας Χατζηκυριάκος: να ιδρύσει το πρώτο εργοστάσιο παραγωγής τσιμέντου στην Ελλάδα, με την επωνυμία ΤΙΤΑΝ. Τα υπόλοιπα, καθώς λένε, είναι ιστορία…

 

Το 1928 η ΑΓΕΤ Ηρακλής κατορθώνει υπό την αιγίδα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος να εξαγοράσει με ευνοϊκούς
όρους και το εργοστάσιο τσιμέντων Βόλου «Ο Όλυμπος»

Στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης

Χημικός μηχανικός, βιομήχανος και πολιτικός, ένας από τους πρωτεργάτες της ελληνικής βιομηχανίας,ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος γεννήθηκε στις 13/25 Σεπτεμβρίου 1876 στην Ερμούπολη της Σύρου και πέθανε στην Αθήνα το 1956. Η οικογένειά του ασχολούνταν για αιώνες με τη ναυτιλία και ήταν από τους πρώτους οικιστές των Ψαρών γύρω στα 1650. Αλλά έπειτα από την καταστροφή του νησιού το 1824 η οικογένεια των Χατζηκυριάκων κατέφυγε στη Σύρο, όπου μαζί με άλλους πρόσφυγες έθεσαν τις βάσεις της Ερμούπολης. Λόγω όμως της απώλειας του σκάφους τους, αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν για πολλά χρόνια στη Ρωσία. Εκεί αναπτύχθηκαν και πάλι οικονομικά και αφού απέκτησαν νέο σκάφος επανήλθαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν, το 1890, στον Πειραιά. Παρά τη ναυτική οικογενειακή παράδοση, ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος τελειώνοντας τις γυμνασιακές του σπουδές αποφάσισε να ακολουθήσει ανώτατες τεχνικές σπουδές. Πράγματι, εγγράφηκε στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έπειτα όμως από την ολοκλήρωση του πρώτου έτους, με την προτροπή καθηγητή του, μετέβη το 1895 στην Ελβετία και μετά από επιτυχείς εξετάσεις εγγράφτηκε στο Ομοσπονδιακό Πολυτεχνείο της Ζυρίχης, από το οποίο αποφοίτησε το 1899. Οι επιδόσεις του ήταν εξαιρετικές και με το που έλαβε το δίπλωμά του προσλήφθηκε με τη σύσταση ενός Έλληνα επιμελητή στο ελβετικό Πολυτεχνείοβοηθός του καθηγητή LudwigvonTetmayer, διάσημου για τις επιστημονικές του εργασίες για τα δομήσιμα υλικά και για τα τσιμέντα. Αυτή η γνωριμία υπήρξε καθοριστική τόσο για τον Ανδρέα Χατζηκυριάκο όσο και για αυτή καθαυτή την ιστορία του τσιμέντου στην Ελλάδα.

Μετά από δωδεκάμηνη παραμονή στο εργαστήριο αντοχής υλικών που διεύθυνε ο Tetmayer, ο καθηγητής έστειλε τον Χατζηκυριάκο (το 1900) στο ελβετικό εργοστάσιο τσιμέντων Roche. Το συγκεκριμένο εργοστάσιο είχε αναλάβει την παραγωγή τσιμέντου για την κατασκευή της σήραγγας του Σεμπλόν, στις Άλπεις. Αλλά επειδή οι τεχνικοί της εταιρείας δεν πετύχαιναν τις απαραίτητες αντοχές του τσιμέντου, ζήτησαν τη βοήθεια του Tetmayer και ο Χατζηκυριάκος δεν άργησε να βρει τη λύση! Έχοντας πλέον κερδίσει την αμέριστη εμπιστοσύνη του διάσημου καθηγητή, το 1901, με τη σύσταση του τελευταίου, θα μεταβεί στην Ισπανία προκειμένου να αναλάβει την οργάνωση του ανεγειρόμενου εργοστασίου τσιμέντων Rezolaστο Σαν Σεμπαστιάν. Όπως και έγινε. Αυτές οι δύο σημαντικές επιτυχίες του Ανδρέα Χατζηκυριάκου τον έκαναν να συνειδητοποιήσει την τεράστια σημασία της νέας βιομηχανίας τσιμέντων. Πρώτος εκείνος διείδε τον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει η νέα ύλη στον τεχνικό εξοπλισμό της χώρας και ειδικότερα στην οικοδομή. Κάπως έτσι, εμπνεύστηκε το σχέδιο της ίδρυσης παρόμοιου εργοστασίου τσιμέντου στην Ελλάδα.

Χημικοί επί το έργον – Ανδρέας Χατζηκυριάκος,Νικόλαος Κανελλόπουλος, Λεόντιος Οικονομίδης
και Αλέξανδρος Ζαχαρίου, οι οποίοι ξεκίνησαν το πρώτο εργοστάσ

Η ίδρυση της τσιμεντοβιομηχανίας Τιτάν

Χωρίς να χάσει καιρό, ο μόλις 26 ετών Έλληνας επιστήμονας βρέθηκε στην Αθήνα και ανακοίνωσε τα σχέδιά του στους επίσης αποφοίτους του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης, Νικόλαο Κανελλόπουλο, Λεόντιο Οικονομίδη και Αλέξανδρο Ζαχαρίου. Ήταν όλοι τους μέλη του περίφημου «Κύκλου της Ζυρίχης», μιας ομάδας επιχειρηματιών και βιομηχάνων που γνωρίζονταν από τα χρόνια των σπουδών τους στο συγκεκριμένο περίφημο πολυτεχνείο και θα αποτελούσαν την πρωτοπορία της ελληνικής βιομηχανικής και τεχνικής προόδου. Ο Χατζηκυριάκος τούς επεσήμανε ότι η Ελλάδα από την άποψη της τεχνικής συγκρότησης βρισκόταν σε πρωτόγονη κατάσταση και η ίδρυση εργοστασίων τσιμέντων ήταν επιτακτική. Ακολούθως, το 1902 οι τέσσερις αυτοί επιχειρηματίες ένωσαν τις δυνάμεις τους και τα κεφάλαιά τους προκειμένου να ιδρύσουν την εταιρεία «Χατζηκυριάκος, Ζαχαρίου και Σία», ενώ ως εμπορικό σήμα του πρώτου ελληνικού τσιμεντοποιείου προκρίθηκε η λέξη «Τιτάν». Και αυτό γιατί γράφεται και στην ελληνική και στη λατινική γλώσσα με τα ίδια γράμματα – κάτι που έδειχνε εξαρχής τη φιλοδοξία να καταστεί η εταιρεία μια εξαγωγική δύναμη.

Η έδρα της εταιρείας ήταν στον Πειραιά, αλλά το εργοστάσιο εγκαταστάθηκε στην Ελευσίνα, αφού οι πρώτες ύλες (νερό, άμμος, χαλίκια) για την παραγωγή τσιμέντου υπήρχαν εκεί διαθέσιμες σε αφθονία. Το υλικό ήταν σχεδόν άγνωστο στην Ελλάδα εκείνη την εποχή και όλες οι κατασκευές βασίζονταν στην πέτρα, το ξύλο και τους πλίνθους. Οι ιδρυτές του Τιτάνα πίστευαν ότι υπήρχαν μεγάλα περιθώρια κέρδους από την εισαγωγή αυτού του νέου υλικού με τα πολλά πλεονεκτήματα. Αλίμονο, όμως. Η αρχή δεν ήταν καθόλου εύκολη. Παρά τις προσπάθειες του Χατζηκυριάκου και των άλλων τεχνικών της εποχής, το κοινό δεν εμπιστευόταν ακόμα τη νέα οικοδομική ύλη. Και τότε αποφασίστηκε η εξαγωγή τσιμέντου στο εξωτερικό. Για να γίνει αυτό, το κράτος βοήθησε απαλλάσσοντας την εταιρεία από την πληρωμή λιμενικού φόρου του εξαγόμενου τσιμέντου. Η συνέχεια ήταν εντυπωσιακή. Η πρόοδος του Τιτάνα υπήρξε ταχύτατη. Το εργοστάσιο είχε ιδρυθεί με δυνατότητα παραγωγή 20.000 τόνων ετησίως, γρήγορα ωστόσο η ζήτηση ξεπέρασε κατά πολύ την προσφορά και κατέστη απαραίτητη η επέκταση των εγκαταστάσεων. Μέσα σε μία δεκαετία η εταιρεία είχε εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αθηνών και η παραγωγή είχε διπλασιαστεί για να καλύψει τις ανάγκες τόσο της εγχώριας αγοράς όσο και των πελατών από την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια.

Από τον Τιτάνα, στον Ηρακλή και τον Όλυμπο

Ώσπου συνέβη το εξής απρόσμενο: Το 1910 ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος αποχωρεί από τον Τιτάνα! Οι υπόλοιποι μέτοχοι αποφάσισαν να προχωρήσουν στη δημιουργία της Ελληνικής Εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων χωρίς να συμπεριλάβουν μεταξύ των μετόχων της τον Α. Χατζηκυριάκο. Τότε εκείνος πούλησε το μερίδιό του στον όμιλο Κανελλοπούλου-Ζαχαρίου και έφυγε για την Κωνσταντινούπολη. Είχε προσκληθεί για να οργανώσει το ελληνικών κεφαλαίων εργοστάσιο τσιμέντων με την επωνυμία «Arslan». Τα αποτελέσματα του νέου εργοστασίου υπήρξαν υπό τη διεύθυνσή του θετικά από κάθε άποψη. Αλλά και αυτήν την επιχείρηση θα αναγκαζόταν σύντομα να την αφήσει σε ξένα χέρια, διότι μετά την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου αναγκάστηκε, το 1916, να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και να επιστρέψει στην Ελλάδα.

Λίγα χρόνια όμως προτού επιστρέψει ο Χατζηκυριάκος, το 1911, οι επιχειρηματίες Ζαμάνος και Ζαβογιάννης μετέτρεψαν την εμπορική εταιρεία που είχαν με αυτήν την επωνυμία σε Ανώνυμη Γενική Εταιρεία Τσιμέντου (ΑΓΕΤ) «Ηρακλής». Εξαιτίας, ωστόσο, της κακής οργάνωσης του εργοστασίου που είχε εγκατασταθεί στη Δραπετσώνα, η εταιρεία δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει. Οι πωλήσεις της είχαν καταρρεύσει – ήταν μόλις 388 τόνοι ετησίως. Ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος –με την εμπειρία και τις γνώσεις που διέθετε- έμοιαζε να είναι ο μόνος που θα μπορούσε να σώσει την επιχείρηση από τη βέβαιη καταστροφή.Έτσι, στις 26 Δεκεμβρίου του 1917 το τσιμεντοποιείο Ηρακλής περνάει στον έλεγχο, τη διεύθυνση και εν συνεχεία στην ιδιοκτησία του Χατζηκυριάκου. Από τότε, η αύξηση της παραγωγής ήταν καταπληκτική: Μόλις δύο χρόνια αργότερα η παραγωγή ανήλθε σε 2.850 τόνους, το 1925 σε 28.800 τόνους και το 1928 σε 58.600 τόνους. Μάλιστα, εκείνη τη χρονιά κατορθώνει υπό την αιγίδα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, να εξαγοράσει με ευνοϊκούς όρους και το εργοστάσιο τσιμέντων Βόλου «Ο Όλυμπος».

Πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων

Η άνοδος της ΑΓΕΤ είναι πλέον θαυμαστή. Το 1931 η παραγωγή των δύο εργοστασίων φτάνει τους 86.664 τόνους, δηλαδή καταλαμβάνει το μισό της ελληνικής παραγωγής τσιμέντου και βρίσκεται πλέον στην πρώτη θέση του κλάδου! Η ανάπτυξη του κλάδου της τσιμεντοβιομηχανίας ακολουθεί εκπληκτικούς ρυθμούς και αυτό αποδίδεται κυρίως στον Ανδρέα Χατζηκυριάκο και στη συστηματική προσπάθεια που κατέβαλε για τη διάδοση και την επικράτηση της νέας οικοδομικής ύλης. Άλλωστε, ο ίδιος –ήδη από την αρχή της επιστημονικής και επαγγελματικής διαδρομής του– είχε καθιερωθεί ως μία προσωπικότητα τεράστιας εμβέλειας σε οικονομικό και τεχνικό επίπεδο. Και αυτό θα αποτυπωνόταν ποικιλοτρόπως: Εκτός από συνιδρυτής της τσιμεντοβιομηχανίας Τιτάν καθώς και ιδιοκτήτης της Ηρακλής, υπήρξε επί σειρά ετών πρόεδρος του Συνδέσμου των Ελλήνων Βιομηχάνων και Βιοτεχνών και ένας από τους ιδρυτές της Σιβιτανιδείου Σχολής. Επιπλέον, εκλέχτηκε βουλευτής Ψαρών το 1905 και το 1910 και το 1929 γερουσιαστής Αθηνών, ενώ διετέλεσε υπουργός Εθνικής Οικονομίας στις κυβερνήσεις Στυλιανού Γονατά (1922 – 23) και Ιωάννη Μεταξά (1936-37).

Αρκεί να αποβλέψωμεν όλοι προς την Ελλάδα…

Η μεγαλύτερη πάντως συνεισφορά του ήταν η συμβολή του στην άνθηση και εδραίωση της βιομηχανίας στην Ελλάδα,όχι μόνο μέσα από τις εταιρείες τσιμέντου που δημιούργησε αλλά και με την ιδιότητά του ως προέδρου του ΣΕΒ κατά τη μακρά θητεία του, από το 1920 έως το 1931. Ο Χατζηκυριάκος πίστευε στο μέλλον της ελληνικής βιομηχανίας σχεδόν από την εποχή που εκείνη ήταν… ανύπαρκτη. Στις δικές του προσπάθειες πιστώνεται η ίδρυση του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, το 1921, με πρώτο υπουργό τον Εμμανουήλ Μπενάκη, καθώς και ο νόμος του 1922 «Περί προστασίας της βιομηχανίας», με τον οποίο για πρώτη φορά από σύστασης του ελληνικού κράτους τέθηκαν οι βάσεις για σοβαρή βιομηχανική πολιτική. Επιπλέον, ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας στην κυβέρνηση Μεταξά πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Υφυπουργείου Τουρισμού, αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στη νέα «βιομηχανία των ξένων». Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ως υπουργός (τον Σεπτέμβριο του 1936) ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος θα έγραφε στη Βιομηχανική Επιθεώρηση (τεύχος 26) ένα άρθρο-παρακαταθήκη υπό τον τίτλο «Προς ευρυτέραν παραγωγήν», δίνοντας την οπτική του που εξηγεί εν μέρει την επιτυχία του όλα αυτά τα χρόνια, καθώς και την αγωνία του για την επόμενη μέρα: «Το σύνθημα της οικονομικής εξυγιάνσεως δέον να είναι σήμερον η αύξησις της παραγωγής». Και προσθέτει:«Από την μακράν εν τη οικονομική ζωή του τόπου παραμονήν μου, επείσθην ότι δεν είναι ριζικαί αι διαφοραί αίτινες χωρίζουν τας τάξεις της ελληνικής κοινωνίας, ούτε αδιάλλακτα και μη επιδεχόμενα ρυθμίσεως τα συγκρουόμενα συμφέροντα των διαφόρων παραγωγικών κλάδων», καταλήγοντας: «Εξ αντιθέτου, πάντοτε επίστευσα ότι αρκεί να επικρατήση καλή πίστις. Αρκεί να αποβλέψωμεν όλοι προς την Ελλάδα»…

 

Πορτρέτο του Ανδρέα Χατζηκυριάκου από τον Γιάννη Μόραλη, Βιομηχανική Επιθεώρησις, Οκτώβριος 1976