Απανθίσματα μιας διοργάνωσης (Γ): Νομικοί ύφαλοι και επενδύσεις υποδομής

 

Προχωρούμε σήμερα λίγο πιο πέρα στην παρουσίαση των εργασιών της συζήτησης/ημερίδας που οργάνωσε η Νομική Βιβλιοθήκη / το Greek Law Digest, με τη συνεργασία του ομίλου Economia για τις νομικές και επιχειρηματικές προκλήσεις στην Ελλάδα του 2017.

Ο δικηγόρος Νίκος Κορίτσας, επικεφαλής της Δικηγορικής Εταιρίας Κουταλιδη επιχείρησε μια πειστική ξενάγηση/πλοήγηση ανάμεσα στους “νομικούς υφάλους” που περιμένουν όποιον επιχειρεί εκείνο που συνηθίσαμε να αναβαθμίζουμε ως “στρατηγικές επενδύσεις”. Σημείωσε πως, κατά βάσιν, ό,τι προχώρησε/περπάτησε τα τελευταία χρόνια οφείλεται σε εκποίηση δημόσιας περιουσίας ή σε εκχώρηση αντίστοιχων δικαιωμάτων συμμετοχής σε ρυθμισμένες δραστηριότητες ή, τέλος, σε διαφαινόμενη συμμετοχή σε εκκαθαρίσεις (που μια τους εκδοχή είναι η διάθεση/πώληση των μη εξυπηρετούμενων δανείων των τραπεζών).

Έστρεψε την προσοχή το πώς έγινε πλέον κανόνας απαράβατος ό,τι συμφωνείται να κυρώνεται με νόμο – ακριβώς προκειμένου να… προχωρήσει! Και πάλι, όμως, τα προβλήματα δεν λείπουν οσάκις εν συνεχεία βρεθεί κανείς στη ζούγκλα των διοικητικών αδειών: Αεροδρόμια, Καζίνα, ΟΠΑΠ – τα παραδείγματα δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση. Τα πράγματα, δε, περιπλέκονται/επιβαρύνονται ακόμη περισσότερο με τους περιορισμούς του Ενωσιακού Δικαίου, με τη δυνατότητα/απειλή ανάκτησης κρατικών ενισχύσεων.

Από τη δική μας , πάλι, ελληνική πλευρά ο μακρόσυρτος προσυμβατικός έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το δάσος των συναρμοδιοτήτων (μαζί με τις συχνές αλλαγές όχι μόνο κυβερνήσεων αλλά και υπουργών) καθώς και η απαίτηση εγκρίσεων σε πολλά επίπεδα –Επιτροπή Ανταγωνισμού, ΡΑΕ, ΕETT, Βρυξέλλες– προσθέτει φρένο. Αποτέλεσμα: διάρκειες διαδικασιών άνω των 3 ετών (που λειτουργούν αποθαρρυντικά). Αλλά και γενίκευση της ανάγκης αναζήτησης local partner…

Για τον Κώστα Νικολόπουλο, της Lamda Infrastructure Finance (με την πείρα του Αεροδρομίου των Σπάτων, της Κινητής Τηλεφωνίας, τώρα του Καστελλίου) , το βασικό ερώτημα που αφορά τον χώρο των έργων υποδομής που προσέγγισε στην εισήγησή του είναι: «Χρόνος υπάρχει;». Όρισε τα έργα αυτά ως μία άμεση –ξένη κατά κύριο λόγο– ιδιωτική επένδυση, στο πλαίσιο μιας δομημένης συνεργασίας μεταξύ του δημοσίου και της αγοράς, για τη δημιουργία ενός μηχανισμού παραγωγής (ανταγωνιστικών) υπηρεσιών, που οφείλουν να στοχεύουν στην κάλυψη κενών ή την ενίσχυση στρατηγικών πλεονεκτημάτων της οικονομίας.

Ταυτόχρονα, μετατροπή ενός δικαιώματος του δημοσίου σε μία χρηματοροή που παράγει –που πρέπει να παράγει– αξίες, είτε αυτές αφορούν υφιστάμενα στοιχεία ενεργητικού (brownfield) είτε δικαιώματα ανάπτυξης σε νέες υποδομές (greenfield).

Υπό αυτήν την έννοια, κατά τον Κ. Νικολόπουλο, η συνεργασία Δημοσίου και αγορών για την παραγωγή τέτοιων υποδομών είναι αναγκαία συνθήκη μιας επανεκκίνησης.
Παράλληλα, όμως, είναι αυτοδύναμα ικανή:
– να αποφέρει επενδύσεις με άμεσο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα στο ΑΕΠ,
– να προσελκύσει χρηματοδότηση ακόμα και πριν ξαναβγούμε ως χώρα στις αγορές ή ομαλοποιηθεί πλήρως το τραπεζικό μας σύστημα,
– να λειτουργήσει ως σύστημα μετάδοσης ρευστότητας στην πραγματική οικονομία,
– να δημιουργήσει νέες και σταθερές θέσεις εργασίας.

Προκειμένου, όμως, να λειτουργήσουν μ’ αυτήν τη λογική, τα έργα υποδομής χρειάζεται να δομηθούν “από κάτω προς τα πάνω”, με αίσθηση συνέχειας και σε μια “λογική σκυταλοδρομίας”.

Ζούμε κατά τον Κ. Νικολόπουλο “σε  συνθήκες ομίχλης, που κρύβουν όμως ευκαιρίες”. Γι αυτό και πρότεινε να προταχθούν εκείνα τα έργα (αεροδρόμια, λιμάνια) που βρίσκονται περισσότερο ανοιχτά προς τον έξω κόσμο, τη διεθνή αγορά.