Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούνιος 2021, τ. 1007

ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΤΡΙΑ

της Αλεξάνδρας Κ. Βοβολίνη – vovolini@economia.gr

Αγαπητοί μου αναγνώστες,

Στον ρυθμό των εμβολιασμών κινούνται πια οικονομία και κοινωνία, τόσο στη χώρα μας όσο και στον κόσμο ολόκληρο. Στον ανηφορικό δρόμο για την κανονικότητα, οι δυσκολίες μετά από πολλαπλές τραγωδίες και ανατροπές είναι ωστόσο πολλές. Υπάρχουν πάντως και σημαντικές κατακτήσεις, θετικές προσαρμογές του τρόπου ζωής που αφήνει πίσω της η πανδημία.

Ραγδαία υπήρξε η επιτάχυνση στην εφαρμογή της κατ’ ανάγκην τηλεργασίας και τηλεκπαίδευσης – έστω και με ατέλειες. Στην Ελλάδα, εντυπωσιακή ήταν η προσαρμογή του δημόσιου τομέα στην ψηφιακή μετάβαση στο πεδίο πολλών υπηρεσιών, μετάβαση που δεν είχε κατορθωθεί ποτέ στο παρελθόν καθώς αντιμετώπιζε πάντα σφοδρές αντιδράσεις. Το λιανικό εμπόριο αναγκάστηκε επίσης να προσαρμοστεί απότομα, αν και με αμφιλεγόμενη επιτυχία, στα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας.

Πέρα από τα πολύ θετικά αποτελέσματα της επιστημονικής έρευνας στην άμεση δημιουργία εμβολίων, νέοι προβληματισμοί ηθικής τάξης άρχισαν να απασχολούν την κοινή γνώμη σ’ όλο τον κόσμο. Πόσο ρεαλιστικό είναι να αρθεί η προστασία των πατεντών των εμβολίων; Θέμα που απασχολεί ήδη την παγκόσμια πολιτική και επιχειρηματική κοινότητα, καθώς κανείς δεν γνωρίζει τι μας επιφυλάσσει το μέλλον στο μέτωπο των πανδημιών.

Αυτό και άλλα πολλά ζητήματα συζητήθηκαν στο πρόσφατο Έκτο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, που εξαιτίας των υγειονομικών μέτρων πραγματοποιήθηκε τελικά στο Ζάππειο. Στο διαδικτυακό κυρίως Συνέδριο, δόθηκε η ευκαιρία για μια συνολική ακτινογραφία της ελληνικής οικονομίας και των συνθηκών ένταξής της στην ευρωπαϊκή και διεθνή πραγματικότητα. Σφαιρική εικόνα των δυνατοτήτων μας δόθηκε σε πολλά κρίσιμα θέματα, όπως οι γεωπολιτικές εξελίξεις ή ακόμη και οι αναγκαίοι εξοπλισμοί της Ελλάδας, που αρχίζουν να απασχολούν την ευρύτερη κοινή γνώμη.

Ο γενικός διευθυντής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας Κλάους Ρέγκλινγκ –δηλαδή ο άνθρωπος που έχει στα χέρια του πάνω από το μισό ελληνικό δημόσιο χρέος– τόνισε, για μία ακόμη φορά, την ανάγκη να συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις με συνέπεια ώστε να εδραιωθούν οι διαφαινόμενες θετικές προοπτικές της οικονομίας. Ο καθηγητής στο LSE και βραβευμένος με Νόμπελ Οικονομικών Χριστόφορος Πισσαρίδης επεσήμανε το φαινόμενο της ενσωμάτωσης της τεχνολογίας στον κόσμο της εργασίας, σε βαθμό δομικών αλλαγών. Ακόμη, συζήτηση έγινε και για την ανάγκη ανάδειξης της οικονομικής διπλωματίας ως απαραίτητου στοιχείου μας για εισροή άμεσων επενδυτικών κεφαλαίων στη χώρα μας: στοιχείο κρίσιμο, καθώς η επίτευξη ενός υψηλού επιπέδου επενδύσεων αποτελεί μονόδρομο για να είναι διατηρήσιμη η ανάκαμψη.

Στο επίπεδο της «υψηλής πολιτικής», η αυτοπρόσωπη παρουσία ξένων ηγετών όπως ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ και της Βόρειας Μακεδονίας Ζόραν Ζάεφ ήταν επίσης ιδιαίτερα σημαντική και επέτρεψε να καταγραφούν προθέσεις και προοπτικές – από τη διαχείριση της ευρωπαϊκής πολιτικής μετά την κρίση του κορονοϊού μέχρι και την πορεία των Δυτικών Βαλκανίων προς την ΕΕ.

Όλα αυτά διαδραματίζονται τη στιγμή που η Ευρωπαϊκή Ένωση, που προχωρά με αργά αλλά σταθερά βήματα σε μια πιο ισορροπημένη πολιτική, φαίνεται ώριμη να συζητήσει ακόμη και προσαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας στις νέες Όταν το προσφυγικό κύμα ορθώνεται από τις ακτές της Αφρικής προς την Ισπανία, μέχρι και στρατιωτικές δυνάμεις κινητοποιούνται για να αναχαιτισθεί.

Φαινόμενα που γνωρίσαμε κι εμείς πρόσφατα πραγματικές συνθήκες, ξεπερνώντας τις εμμονές της προηγούμενης περιόδου. Η χώρα μας ωφελείται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την τεράστια στήριξη, σ’ αυτή τη στροφή των πραγμάτων, από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Οι προσπάθειες μεταρρυθμίσεων δεν πρέπει να σταματούν ποτέ, ώστε η Ελλάδα να επιστρέψει γρηγορότερα σε επενδυτική βαθμίδα. Αν δεν συνεχιστεί η οικοδόμηση μιας γερής οικονομικής βάσης, και αυτά τα κεφάλαια κάποτε θα τελειώσουν… Είναι λοιπόν κρίμα που η δημόσια συζήτηση εξαντλείται ακόμη σε στείρα αντιπαράθεση. Κυβέρνηση και Αντιπολίτευση οφείλουν να αλλάξουν νοοτροπία, χωρίς να ασχολούνται κοντόφθαλμα μόνο με το να αρέσουν στους ψηφοφόρους τους.

Αν λοιπόν κανείς αποτιμήσει την ως τώρα πορεία του σύγχρονου ελληνικού κράτους, παρατηρεί ότι υπάρχει ακόμη σοβαρό έλλειμμα αξιοκρατίας αλλά και εμπιστοσύνης. Στοιχεία χωρίς τα οποία δεν θα προχωρήσει το χτίσιμο μιας νέας εικόνας της Ελλάδας – τόσο παλιάς σε ιστορία, τόσο νέας σε σταθερούς θεσμούς.