Από την Κρήτη

 

Βρεθήκαμε χθες στην Κρήτη στο Ηράκλειο, για μια δημόσια συζήτηση με αφορμή το βιβλίο «Ποιοι είμαστε;» με το οποίο ο Γιώργος Πρεβελάκης ανατέμνει τα ζητήματα ταυτότητας των Ελλήνων υπό το πρίσμα της τωρινής πραγματικότητας – της παγκοσμιοποίησης, των δικτύων, της διασποράς, των κρίσεων. Ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, καθώς η Κρήτη, στα ζητήματα ταυτότητας, αποτελεί μιαν ιδιαίτερη, αλλά συνάμα και πολύ “αιχμηρή” περίπτωση σε όλες τις παραπάνω διαστάσεις.

Όμως, με την αφορμή αυτή, είχαμε και μια συζήτηση σε γενικότερη κατεύθυνση με τον περιφερειάρχη Σταύρο Αρναουτάκη, μια συζήτηση για το πού βρίσκεται και προς τα πού πάει η Κρήτη στο ξεκίνημα του 2017, στο μέσον της ελληνικής κρίσης, δίπλα από τη γεωπολιτική κρίση της Εγγύς Ανατολής/της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και την αναταραχή στο Αιγαίο.

Μερικές καταγραφές: πρώτα-πρώτα, στην Κρήτη ο συνδυασμός της ανθεκτικότητας και προσαρμοστικότητας/resilience της παραγωγής στον πρωτογενή τομέα με τη συνεχιζόμενη άνθηση του τριτογενούς/του τουρισμού έχει αφήσει την οικονομική δραστηριότητα σχετικά ανέπαφη. Μπορεί η φορολογική πίεση και η συνολική ατμόσφαιρα  ανασφάλειας να έγινε αισθητή, όμως τα εισοδήματα μετά το 2010 δεν καταβυθίστηκαν.

Ύστερα, στον πρωτογενή τομέα, τόσο το λάδι όσο και τα κρασιά, βρίσκονται σε φάση ταχύτατου εκσυχρονισμού στην τυποποίηση, την ποιοτική αναβάθμιση/σταθεροποίηση και διεκδίκηση ταυτότητας. Η κατάρρευση των συνεταιρισμών με την είσοδο νέας γενιάς στα πράγματα δημιούργησε νέες συνθήκες. Κάπου 30 μεσαίες οινοποιίες κατόρθωσαν να χτίσουν και προϊόν, και ταυτότητα αποκτώντας βαθμιαία πρόσβαση στα δίκτυα εμπορίας – τόσο στην Ελλάδα, όσο και, σταδιακά, στο εξωτερικό.

Ανάλογα αρχίζουν και ισχύουν και με παραγωγούς ελαιολάδου, που με επιτυχία μετακινούνται από τη χονδρική στην απόκτηση ταυτότητας. Η πολυσυζητημένη σύνδεση του πρωτογενούς τομέα με την πραγματικότητα της τουριστικής παρουσίας αποκτά περιεχόμενο: οι ξένοι αρχίζουν να ζητούν τα προϊόντα της κρητικής διατροφής στον τόπο τους – και να τα βρίσκουν!

Όσον αφορά, τώρα, την τουριστική ανάπτυξη, το 2016 έκλεισε για την Κρήτη με σχεδόν 4 εκατομμύρια αφίξεις. Αυτό δημιούργησε ήδη πρόσθετη ζήτηση κλινών: αυτήν την στιγμή χτίζονται/διαμορφώνονται 5.000 πρόσθετες κλίνες – με απτή προοπτική 20.000 κλινών σε βάθος 5ετίας, και με συγκέντρωση στις υψηλότερες ποιοτικές βαθμίδες. Με δεδομένο ότι, τα αμέσως προηγούμενα χρόνια, κάπου 700 μεσαίες και μικρότερες μονάδες πέτυχαν την αναβάθμισή τους και την ένταξη τους σε τουριστικά κυκλώματα, ενώ και boutique hotels έχουν προκύψει με στόχο τον εναλλακτικό τουρισμό και όχι τη συνήθη διαχείριση των μεγάλων αριθμών, το τουριστικό προϊόν της Κρήτης αναπτύσσεται και διαφοροποιείται.

Ώστε το αυτονόητο ερώτημα – μήπως η άνθηση του 2016 οφείλεται σε συγκυριακούς παράγοντες, όπως η ανασφάλεια στην Τουρκία/την Ανατολική Μεσόγειο, να μπορεί να καθησυχαστεί. Ενώ και η υποχώρηση των αφίξεων από Ρωσία/Ουκρανία λόγω της πολιτικής αναταραχής εκεί, αλλά και του προβλήματος με τις βίζες έχει αντισταθμιστεί. Κατά τον Στ. Αρναουτάκη, η χωροθέτηση των νέων μονάδων λύνει το άλλο ζήτημα, της περιβαλλοντικής υπερεπιβάρυνσης.

Επειδή όμως η συζήτηση περί Κρήτης έχει αρκετό ακόμη βάθος, θα επανέλθουμε.