Από τις φραστικές καταδίκες και τις συζητήσεις περί κυρώσεων στις κινήσεις εξοπλιστικών και γεωπολιτικής παρουσίας

Του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Πάντα έχει νόημα να συγκρίνει κανείς προσδοκίες και αποτελέσματα, όπως στην περίπτωση της ενασχόλησης του Συμβουλίου Υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ για την Τουρκία.

Σύμφωνα με τον Έλληνα ΥΠΕΞ Νίκο Δένδια, ο οποίος είχε δημοσιοποιήσει (τηλεοπτικά) ότι η χώρα «ζητά από την ΕΕ να έχει έτοιμο κατάλογο ισχυρότατων μέτρων κατά της Τουρκίας» αν η Άγκυρα βρεθεί «να παραβιάζει την κυριαρχία ή κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας», το βάρος για την αποτροπή της Τουρκικής προκλητικότητας περνάει και στην Ευρώπη. Η οποία «αν δεν αποτρέψει, δεν θα της αρέσει αυτό που θα συμβεί». Η μόλις καλυμμένη αναφορά σε ενδεχόμενο εμπλοκής με στρατιωτικό χαρακτήρα – «η Ελλάδα διαθέτει πολύ ικανές ένοπλες δυνάμεις» – πήγε στον αντίποδα της αναφοράς, τέλη Ιουνίου, του Κύπριου Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη ότι «λύση μέσα από την στρατικοποίηση θα είναι το τέλος του Κυπριακού Ελληνισμού».

Από πλευράς του, ο Ύπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ για τις Εξωτερικές Σχέσεις Χοσέπ Μπορέλ είχε θεωρήσει «σημαντικό ζήτημα» τις σχέσεις της ΕΕ με την Τουρκία, παραδεχόμενος ότι «οι σχέσεις με την Τουρκία δεν είναι ιδιαίτερα καλές αυτήν την στιγμή».

Τούτων δοθέντων, το γεγονός ότι το Συμβούλιο καταδίκασε μεν την απόφαση της Τουρκίας να μετατρέψει την Αγια-Σοφιά σε τζαμί (και κάλεσε την Τουρκική κυβέρνηση «να επανεξετάσει την απόφασή της») ας σταθμιστεί με την διαβεβαίωση Μπορέλ ότι θα ακολουθήσουμε (ως ΕΕ) μονοπάτι που θα οδηγήσει σε μείωση της έντασης». Ο ίδιος, πάλι παρέπεμψε στις αρχές του διεθνούς δικαίου που οφείλει να σεβασθεί η Τουρκία, ενώ αναφέρθηκε σε ενδεχόμενο επιβολής κυρώσεων αν η Τουρκία «επιμείνει σε προκλήσεις». Όμως δεν παρέλειψε να συμπληρώσει ότι «οι κυρώσεις δεν αποτελούν πολιτική».

Βέβαια, από την δική του πλευρά ο Έλληνας ΥΠΕΞ Νίκος Δένδιας μίλησε για «ισχυρή καταδίκη της μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τζαμί» και για Ευρωπαϊκή «συναίνεση για κυρώσεις κατά της Τουρκίας». Όπως πάντα… η συνέχεια θα δείξει! Άλλωστε η υπόθεση Τουρκία ενδεχομένως απασχολήσει (και) την άτυπη Κορυφή των «27» στο τέλος της εβδομάδας – αν και η θεματική του Ταμείου Ανάκαμψης μάλλον θα κλέψει εκεί την προσοχή.

Για να αλλάξουμε – μια στιγμή τουλάχιστον – πρίσμα θέασης των πραγμάτων, ας αφήσουμε τις Ευρωσυνάξεις κι ας πάμε σε μια δίδυμη φήμη, που μάλλον τείνει να συγκεκριμενοποιηθεί σε πληροφορία, και αφορά την επιτάχυνση της ωρίμανσης των ΕλληνοΓαλλικών σχέσεων σε γεωπολιτικό/αμυντικό επίπεδο. Μετά τις εντάσεις που παρατηρήθηκαν στα πλαίσια της (αποκαρδιωτικής) Ευρωπαϊκής ναυτικής αποστολής «Ειρήνη» στην Κεντρική Μεσόγειο για επιτήρηση του (απολύτως διάτρητου) εμπάργκο όπλων στην Λιβύη, όπου σε διάστημα μερικών ημερών Ελληνική και Γαλλική φρεγάτα απωθήθηκαν όταν επιχείρησαν να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους, στα πλαίσια της «Ειρήνης» αφενός φαίνεται να επιταχύνεται η αμυντική συνεργασία Παρισίων-Αθηνών και αφετέρου να επαναφέρεται η γεωοικονομική διάσταση.

Έτσι, μετά πλήθος μπρος-πίσω, η διάθεση δύο σύγχρονων Γαλλικών φρεγατών Belh@ra με προωθημένη ψηφιακή λειτουργία των οπλικών τους συστημάτων (κυρίως των πυραύλων Scalp Naval, αλλά και αντιαεροπορικής προστασίας/έγκαιρης προειδοποίησης) θεωρείται ότι ωριμάζει. Το κόστος 1,2 δις ευρώ ανά φρεγάτα ηχούσε απαγορευτικά για την χώρα στην τωρινή της κατάσταση, ήδη όμως η ακραία αίσθηση κρίσης στα ΕλληνοΤουρκικά άλλαξε την αντίληψη των προτεραιοτήτων.

Παράλληλα, η παγωμένη – με μεταφορά για το 2021 – αρχή ερευνητικής παρουσίας από την κοινοπραξία Total-Exxon Mobil στα παραχωρημένα οικόπεδα νοτίως της Κρήτης, στην ευρύτερη περιοχή της βύθισης Τάλως έως και στα 2,5 χιλιόμετρα βάθους, που θεωρείται πολλά υποσχόμενη – φέρεται να επανέρχεται στην φετεινή χρονιά, τουλάχιστον για εκτεταμένες σεισμικές έρευνες. Και τούτο παρά την κατάρρευση των τιμών των υδρογονανθράκων διεθνώς, που είχαν οδηγήσει στην προσώρας απομάκρυνση της έρευνας στην Κυπριακή ΑΟΖ, αλλά και στις δικές μας θαλάσσιες ζώνες. Η γειτνίαση της περιοχής νοτίως της Κρήτης με την Λιβυκή διεκδίκηση, δυτικά της λωρίδας του διαβόητου Τουρκο-Λιβυκου MOU, δείχνει την γεωπολιτική κρισιμότητα του θέματος.

Φυσικά… και εδώ, το σημαντικό είναι τι από τις προσδοκίες θα μεταμορφωθεί σε αποτέλεσμα.