Οικονομική Επιθεώρηση, Σεπτέμβριος 2021, τ.1010

ΕΛΛΆΔΑ 1821-2021 • ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ της Βίκης Καλιάκου

 

Η Μακεδονία είναι η πιο παραγωγική Περιφέρεια της Ελλάδας μετά την Αττική και συνεισφέρει στο ΑΕΠ ποσοστό 17%. Κατέχει τη 2η θέση και στις εξαγωγές με μερίδιο περίπου 20%, κυρίως σε φρούτα και τρόφιμα, πετρελαιοειδή, μέταλλα, ένδυση-είδη κλωστοϋφαντουργίας και πλαστικά (στοιχεία ΣΕΒΕ για Περιφέρειες: Κεντρικής Μακεδονίας-Δυτικής Μακεδονίας-Ανατολικής Μακεδονίας & Θράκης). Κύριος εξαγωγέας είναι η Κεντρική Μακεδονία, με 16% της συνολικής αξίας εξαγωγών προϊόντων, ύψους 4,2 δισ. ευρώ.

Τις τελευταίες δεκαετίες η βόρεια Ελλάδα πέρασε από διάφορα στάδια: την εποχή των παχέων αγελάδων και το αδιέξοδο στον πρωτογενή τομέα, την εκβιομηχάνιση και αποβιομηχάνιση, ενώ σήμερα βρίσκεται σε μια μεταβατική περίοδο με επενδύσεις κυρίως σε τομείς όπως η έρευνα, η καινοτομία, οι μεταφορές και οι υπηρεσίες. Σταθερή αξία παραμένει η εστίαση, που μόνο στην Κεντρική Μακεδονία έφτασε το 2020 να απασχολεί 40.200 άτομα.

Κομβικό σημείο, η πράσινη μετάβαση στη Δυτική Μακεδονία, η οποία ηγείται της απολιγνιτοποίησης (με όρους στόχων και ταχύτητας) στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη Γερμανία προβλέπεται παύση λειτουργίας των λιγνιτικών Ατμοηλεκτρικών Σταθμών (ΑΗΣ) το 2038, στην Τσεχία το 2040, στην Πολωνία το 2050, ενώ στην Ελλάδα το 2025.

Στη νέα πορεία δεν λείπουν τα προβλήματα, καθώς η ΕΕ έκοψε από το Ταμείο Ανάκαμψης τη χρηματοδότηση του αυτοκινητόδρομου που αναμένεται να συνδέει την Έδεσσα με τη Θεσσαλονίκη (προϋπολογισμού 300 εκατ. ευρώ), αλλά και τον αγωγό επέκτασης του δικτύου φυσικού αερίου προς τη Δυτική Μακεδονία, οδηγώντας σε αναζήτηση άλλων πηγών χρηματοδότησης, όπως ΣΔΙΤ, ΕΣΠΑ, InvestEU. Ακόμη και η ολοκλήρωση του άξονα Ε65 πήρε έγκριση ως περιβαλλοντικό έργο και αντισταθμιστικό όφελος για την απολιγνιτοποίηση.

 

Σταθερός πυλώνας ο πρωτογενής τομέας

Όταν η χώρα εντάχθηκε στην ΕΟΚ, ο αγροτοκτηνοτροφικός πληθυσμός της βόρειας Ελλάδας άρχισε να στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στα κοινοτικά κονδύλια. Τη δεκαετία του 1980 οι συνολικές επιδοτήσεις κάλυπταν το 16,3% της ακαθάριστης αξίας παραγωγής, ενώ το 1998 έφτασαν στο 48,6%, κυρίως λόγω της μείωσης του αγροτικού πληθυσμού και όχι της αύξησης παραγωγής. Ο αγροτικός τομέας δεν εκσυγχρονίστηκε και ακολούθησε η παρακμή, όταν κόπηκαν οι επιδοτήσεις. Ο αγροτικός τομέας είναι πάντως αυτός που στήριξε τη βόρεια Ελλάδα, και ειδικά τους νομούς Πέλλας και Ημαθίας, στα δύσκολα χρόνια της αποβιομηχάνισης. Νέο χτύπημα δέχθηκε το 2013, όταν οι παραγωγοί φρούτων και κυρίως του ροδάκινου βρέθηκαν να χάνουν 150 εκατ. ευρώ ετησίως, λόγω του εμπάργκο της ΕΕ προς τη Ρωσία και τα οικονομικά αντίμετρα της Μόσχας. Η νέα ΚΑΠ σκιαγραφεί το νέο τοπίο και στον βορρά, με έμφαση στην ποιότητα, την καινοτομία και την τεχνολογία αειφορίας, ενώ τα κράτη-μέλη θα δαπανούν 30% των ενωσιακών κονδυλίων κατά της κλιματικής αλλαγής.

Τα χρυσά κλωστήρια και η μετανάστευση επιχειρήσεων στα Βαλκάνια

Στον τομέα της μεταποίησης, από τη δεκαετία του 1960 η Μακεδονία άρχισε να γνωρίζει χρυσές εποχές, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα κλωστοϋφαντουργεία της Νάουσας, που έπαιξαν ρόλο αργότερα και στη φούσκα του Χρηματιστηρίου. Είναι η περίοδος της άρσης των περιορισμών της ΕΕ στις εισαγωγές από την Κίνα, της κατάρρευσης των κομμουνιστικών καθεστώτων στα Βαλκάνια, του υπέρμετρου δανεισμού, αλλά και άστοχων εταιρικών κινήσεων, που οδήγησαν σε δεκάδες λουκέτα και μαζική μετανάστευση επιχειρήσεων σε γειτονικές χώρες, όπως η Βουλγαρία και τα Σκόπια. Σημαντικά κίνητρα, το υποπολλαπλάσιο κόστος εργασίας και η χαμηλότερη φορολογία: μέσες ετήσιες αποδοχές υπαλλήλων στις 4.000 ευρώ έναντι 30.000 ευρώ και συντελεστής 10% έναντι έως και 45% στην Ελλάδα και αντίστοιχα. Στελέχη του ΣΕΒΕ εκτιμούν ότι τα τελευταία 20 χρόνια ελληνικές επιχειρήσεις έχουν επενδύσει 3 δισ. ευρώ μόνο στη Βουλγαρία και απασχολούν 37.000 εργαζομένους. Δεν ήταν πάντως μόνο ελληνικές επιχειρήσεις που μετανάστευσαν στα Βαλκάνια. Η Goodyear, η Siemens και η Coca-Cola, που απασχολούσαν χιλιάδες εργαζομένους στη Θεσσαλονίκη, είναι μερικές από τις πολυεθνικές εταιρείες που άρχισαν να εγκαταλείπουν τη βόρειο Ελλάδα και να μεταφέρουν τα εργοστάσιά τους στους Βαλκάνιους γείτονες, αλλά και την Τουρκία, που στο μεταξύ το 1995 είχε υπογράψει τη Συμφωνία Τελωνειακής Ένωσης με την ΕΕ. Οι λαοί των Βαλκανίων στο μεταξύ στηρίζουν τον ελληνικό τουρισμό, κυρίως σε Χαλκιδική και Πιερία (12% του ΑΕΠ της Κεντρικής Μακεδονίας προέρχεται από τον τουρισμό, ΙΝΣΕΤΕ 2018).

 

Η Θεσσαλονίκη πόλος έλξης για πολυεθνικές και ψηφιακά κέντρα

Είκοσι πέντε περίπου χρόνια μετά ο ρους της ιστορίας αντιστρέφεται, καθώς διεθνείς κολοσσοί εγκαθίστανται στη βόρειο Ελλάδα όχι με παραγωγικές μονάδες, αλλά με data centers και ερευνητικά κέντρα υψηλής τεχνολογίας, αναζητώντας επιστήμονες υψηλού επιπέδου, που τα προηγούμενα χρόνια είχαν μεταναστεύσει στο εξωτερικό. Οι νέες επενδύσεις της Pfizer, της Deloitte και της Cisco στη Θεσσαλονίκη είναι ενδεικτικές. Το μελλοντικό τεχνολογικό πάρκο 4ης γενιάς Thess INTEC (Innovation & Technology Center), το κέντρο νεοφυών επιχειρήσεων Ok!Thess, το Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ), αλλά και τα πανεπιστήμια της συμπρωτεύουσας την καθιστούν ηγέτιδα στην πορεία της Ελλάδας προς την καινοτομία και την παγκόσμια ψηφιακή οικονομία, πέρα από τον ρόλο της ως ενεργειακού και συγκοινωνιακού κόμβου της ΝΑ Ευρώπης.

 

Η μεταλιγνιτική εποχή στη Δυτική Μακεδονία

Η Δυτική Μακεδονία για 60 χρόνια στήριξε την παραγωγή της στις λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ, που τροφοδοτούσαν τη χώρα με το 75% της απαιτούμενης ηλεκτρικής ενέργειας. Το καθεστώς μετάβασης (phasing out) σε χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και το κλείσιμο λιγνιτικών μονάδων εκτόξευσαν την ήδη υψηλή ανεργία, με 18.500 ανέργους να καταγράφονται μόνο στην Κοζάνη. Σύμφωνα με τον καθηγητή Ιωάννη Μπακούρο, πρόεδρο ΠΣ του Τμήματος Περιφερειακής και Διασυνοριακής Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, επικεφαλής του Συμβουλίου Έρευνας και Καινοτομίας και ιδρυτή του Εργαστηρίου Διαχείρισης Τεχνολογίας, «το μεγάλο ζητούμενο είναι όλη αυτή η μη αναστρέψιμη πορεία της ενεργειακής μετάβασης προς μια κλιματική ουδετερότητα και ένα διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης να πραγματοποιηθεί με δίκαιο και υπεύθυνο τρόπο για τις τοπικές κοινωνίες (κοινωνική δικαιοσύνη), που για πάνω από 50 χρόνια τώρα θυσίαζαν την ίδια την ποιότητα ζωής τους προκειμένου να στηρίξουν την εθνική οικονομία. Το Σχέδιο Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης (ΣΔΑΜ) και τα Εδαφικά Σχέδια Δίκαιης Μετάβασης αποτελούν ολοκληρωμένα σχέδια για την αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου και τη δημιουργία αξίας σε διαφορετικούς οικονομικούς κλάδους, αξιοποιώντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματα με τα οποία οι περιοχές αυτές είναι προικισμένες, αλλά και όλες τις διαθέσιμες πηγές χρηματοδότησης, εθνικές, ευρωπαϊκές και ιδιωτικές».

 

Ιωάννης Μπακούρος: Πρόεδρος Τμ.Περιφερειακής
& Διασυνοριακής Ανάπτυξης Πανεπιστημίου
Δυτικής Μακεδονίας

Γνώμονας των επενδύσεων η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα

Ο Ιωάννης Μπακούρος εκτιμά ότι πρέπει να αναπτυχθεί ένα σύγχρονο σύστημα προσέλκυσης επενδύσεων με γνώμονα τη μακροπρόθεσμη περιβαλλοντική και οικονομική βιωσιμότητά τους και όχι απλώς την προσωρινή επίλυση προβλημάτων. «Μόνον έτσι θα δημιουργήσουν μόνιμες θέσεις εργασίας και θα διατηρήσουν ζωντανές τις τοπικές οικονομίες» τονίζει και προτείνει να μελετηθεί σοβαρά η δυνατότητα υπαγωγής τους σε καθεστώς λειτουργικών εξαιρέσεων, να ενισχυθεί ο ρόλος της τοπικής αυτοδιοίκησης και να επιταχυνθεί ο ψηφιακός μετασχηματισμός αστικών και αγροτικών περιοχών.

Αναφερόμενος στην έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας, αναδεικνύει συγκεκριμένες χρήσεις γης για την περιοχή όπου βρίσκονται σήμερα τα ορυχεία λιγνίτη, όπως ταμιευτήρες νερού (λίμνες δηλαδή, με την ανακατεύθυνση υδάτων ποταμών), εκτάσεις για καλλιέργειες, εγκατάσταση φωτοβολταϊκών πάρκων και περιοχές για την ανάπτυξη δύο πάρκων, ένα για ήπιες επιχειρηματικές δραστηριότητες, όπως εμπορικά καταστήματα, γραφεία, εστιατόρια και ξενοδοχεία, και ένα βιομηχανικό με ελαφρές μεταποιητικές βιομηχανίες, αποθήκες, ανακύκλωση και διαχείριση απορριμμάτων κ.ά. Ακόμη, εγκατάσταση πάνελ για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θέρμανσης νερού, προκειμένου να συνεχίσουν οι κάτοικοι να έχουν τηλεθέρμανση.

«Από την ιστορική Συμφωνία του Παρισιού το 2015 μέχρι σήμερα έχουν γίνει πολλά σε ευρωπαϊκό επίπεδο και έχουν βεβαίως γίνει και λάθη. Πολλές εργασίες έγιναν μέσα από το πρόγραμμα Ορίζοντας 2020 της ΕΕ για τη Διακυβέρνηση της Έρευνας και της Καινοτομίας. Σήμερα, το πλαίσιο πολιτικής Υπεύθυνης Έρευνας και Καινοτομίας (Responsible Research and Innovation/ΥΕΚ-RRI) συνεπάγεται ότι οι κοινωνικοί φορείς συνεργάζονται προκειμένου να ευθυγραμμιστούν τόσο η διαδικασία όσο και τα αποτελέσματά της με τις αξίες, τις ανάγκες και τις προσδοκίες της κοινωνίας», προσθέτει ο Ιω. Μπακούρος και εκτιμά ότι χρειάζεται διαφάνεια, διαβούλευση, ισότητα των φύλων στις ερευνητικές ομάδες και τη λήψη αποφάσεων, αλλά και δράσεις δεοντολογίας, ώστε να υπάρχει εμπιστοσύνη στα ευρήματα των ερευνών.