Από το Ναυτιλιακό Συνέδριο της Ύδρας: Πώς θα μπορούσε να γυρίσει το κύμα

Του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

 

Βλέπαμε χθες πώς – στο Ναυτιλιακό Συνέδριο Ύδρας – επιχειρήθηκε μια ανάλυση της σημασίας που έχει η συμβολική διεκδίκηση της θάλασσας από την Τουρκία. Πώς, δηλαδή, δεν είναι τόσο η διεκδίκηση «του θησαυρού των πετρελαίων» το διακύβευμα, αλλά η παρουσία, η παράδοση, η αίγλη της θάλασσας – και ο ρόλος των θαλασσών στις αναπαραστάσεις/representations που οδηγούν την διεθνή πολιτική. Στη συνέχεια των πραγμάτων και μετά την Κορυφή της 24ης/25ης Σεπτεμβρίου, Ευρωπαίοι και Αμερικανοί είναι πιθανό ότι θα ζητήσουν από την Ελλάδα να προχωρήσει σε παραχωρήσεις «επειδή δεν μπορούμε να αποξενωθούμε (ως Δύση) από την Τουρκία», πράγμα που ήδη έχει γίνει φανερό με τις κινήσεις σε επίπεδο ΝΑΤΟ αλλά και στα συμφραζόμενα των θέσεων που υποστηρίχθηκαν στην ΕΕ (και μπορεί να επανέλθουν, σοφότερα, στην Κορυφή της 24ης/25ης).

Η Ελληνική αναφορά στα συμφωνημένα των συνθηκών – η ισχύς της Λωζάννης – και στις αρχές και πρόνοιες του Διεθνούς Δικαίου – με την αναφορά, ως κατάληξη, στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης – δεν θα πρέπει να παραβλέπει ότι η διάσταση της equity/ της fairness, δηλαδή της κατ’ ουσίαν δικαιοσύνης αντί απλώς του δικαίου, εμφιλοχωρεί πάντοτε στο διεθνές δίκαιο. Χρειάζεται, λοιπόν, να κερδηθεί με κάθε τρόπο η διεθνής κοινή γνώμη, να ανασυρθεί στις συνειδήσεις ο ρόλος της Ελλάδας στις θάλασσες πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κυρίως όμως να ξεπεραστεί η εικόνα μιας «μικρής Ελλάδας». Και τούτο, σύμφωνα με τον Γ. Πρεβελάκη, μπορεί να κατορθωθεί με την κινητοποίηση των δικτύων του Ελληνισμού. Που είναι η διασπορά, είναι η ναυτιλία, είναι και τα θρησκευτικά δίκτυα. Εκεί, όμως, υπάρχει μια πολύ σημαντική συνειδητοποίηση που είναι εξαρχής αναγκαία: τα δίκτυα αυτού του τύπου, δεν ανταποκρίνονται σε ιεραρχικές δομές, δεν είναι νοητό να επιχειρηθεί να κινηθούν συγκεντρωτικά. Ενώ η ψηφιακή επικοινωνία έχει ενδυναμώσει, για παράδειγμα, το βάθος και την εγγύτητα της διασποράς, οι κατά καιρούς απόπειρες (όπως δια του Συμβουλίου Αποδήμου Ελληνισμού, ή άλλων συγκεντρωτικών προσπαθειών) να ασκηθεί επιρροή διεθνώς, δεν απέδωσαν. Μάλλον έφεραν και αντίθετα αποτελέσματα.

Μια μόνο φορά – μετά την Κυπριακή τραγωδία – υπήρξε επιτυχία, την δεκαετία του ΄70, όταν ο Ελληνισμός των ΗΠΑ πέτυχε την επιβολή του κανόνα 7:10 και τον περιορισμό της βοήθειας προς Τουρκία. Τότε, όμως, ένα εθνοθρησκευτικό δίκτυο μπόρεσε να μετατραπεί σε πολιτική δύναμη και – κυρίως – όσοι κινητοποιήθηκαν το έπραξαν ως Αμερικανοί πολίτες, που άσκησαν τα δικαιώματά τους. Γι αυτό και πέτυχαν.

Αν, λοιπόν, η ναυτιλία με την ισχύ και την εξωστρέφεια που διαθέτει επιδιώξει να συμπαρασταθεί, θα χρειαστεί να το πράξει λειτουργώντας σε παγκόσμια κλίμακα, στα μεγάλα διεθνή κέντρα. Θεωρώντας ότι από την Τουρκική διεκδίκηση της θάλασσας προσβάλλεται η ίδια, συμβάλλοντας ώστε να αποκρουσθούν οι αναπαραστάσεις που επιχειρεί να εγκαταστήσει – ιδίως με την μάχη των χαρτών –  στα διεθνή media η τουρκική πλευρά για Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.

(Πάλι στις συζητήσεις των διαλειμμάτων, τονίστηκε ότι ένα πράγμα το οποίο διαδοχικές Ελληνικές Κυβερνήσεις παρέλειψαν ή/και δεν θέλησαν να κάνουν, ήταν να στηρίξουν χρηματοδοτικά καμπάνιες επηρεασμού των διεθνών media – πράγμα που, αντιθέτως, πράττει συστηματικά η Τουρκία. Επίσης, επισημαινόταν ότι όσον αφορά τα θρησκευτικά δίκτυα, η μετατροπή ΑγιαΣοφιάς και Μονής της Χώρας σε τζαμιά θα μπορούσε – αντί να λησμονηθεί – να αποτελέσει μια βάση ανάδειξης του χαρακτήρα αδιαλλαξίας της Τουρκικής πολιτικής).

Αρκούν αυτού του είδους προσεγγίσεις για να γυρίσει το κύμα; Όχι – αλλά θα μπορούσαν να συμβάλουν σ’ αυτό.