Από το πέρασμα Αριστείδη Αλαφούζου

 

Όλοι, στον χειμαζόμενο χώρο του Τύπου – μέσα του 2017, με τον ΔΟΛ να έχει μπει στην διαδικασία εκκαθάρισης εν λειτουργία, τον ΠΗΓΑΣΟ να διεκδικείται χωρίς αποτέλεσμα, το MEGA ανάμεσα στους δυο παραπάνω (και με Βαρδινογιάννη αποστασιοποιημένο), με νεόκοπους ομίλους ήδη να παραπατάνε άσχημα (ονόματα δεν λέμε, οικογένειες δεν θίγουμε) – γράφουν θετικές αποτιμήσεις για τον Αριστείδη Αλαφούζο, τον διασώστη της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ το δύσκολο προς απαίσιο εκείνο 1988 των Κοσκωτικών και εν συνεχεία σιδηρούν βραχίονα πίσω από το “Συγκρότημα του Φαλήρου”.

Επειδή ο καθένας καλύτερα είναι να μένει σε προσωπικές μαρτυρίες και εμπειρίες, τρία-τέσσερα σπαράγματα από συναπαντήματα συντελεστών παλαιότερων εποχών με το φαινόμενο Αλαφούζου.

Σκηνή πρώτη: ο Αριστείδης Αλαφούζος έχει αποφασίσει να κάνει την βουτιά, “να σηκώσει” την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ απ’ εκεί όπου είχε περιπέσει μέσω της “ΓΡΑΜΜΗΣ” Κοσκωτά ύστερα από την έκλειψη της Ελένης Βλάχου. Ενώ, όπως επέδειξε στην συνέχεια δεν υπολόγιζε ιδιαίτερα την γνώμη των άλλων εκδοτών (στο κλαμπ των οποίων προσερχόταν) ούτε είχε την τάση να πολυπλησιάζει σε συλλογικές πρωτοβουλίες, ξεκίνησε γυρεύοντας την γνώμη τού – θάλεγε κανείς – αντιδιαμετρικότερου προς το δικό του στίγμα: του Κίτσου Τεγόπουλου. Εκείνος, μετά από πολύωρη συνάντηση – υπάρχει και “χάρτινο ίχνος” – και αφού του έδωσε διάφορες απόψεις/συμβουλές/tips, έλεγε εν συνεχεία στους υπολοίπους: “Ετούτος, ήρθε για να μείνει”. Όταν, το 1993, ο Αλαφούζος στράφηκε με οξύτητα εναντίον του Κ. Μητσοτάκη ο οποίος αρχικά τον είχε στηρίξει/”τον είχε στρατολογήσει”, ο Κίτσος είχε πει το ανεπανάληπτο: “Ταχύτατη ενηλικίωση!”.

Σκηνή δεύτερη: Μάιο του 1989 ξεκινάει ο ΤΗΛΕΤΥΠΟΣ, ο κοινός φορέας των “Πέντε” εκδοτών (Λαμπράκης-Τεγόπουλος- Μπόμπολας-Βαρδινογιάννης-Αλαφούζος) για το πρώτο ιδιωτικό κανάλι – με “άδεια δοκιμής τοπικού σταθμού” , αρχικά – όπου στην λογική του τότε σπασίματος του κρατικού μονοπωλίου θεωρήθηκε ότι η “εκδοτική εμπειρία”/η λειτουργία στον χώρο του Τύπου αποτελούσε πλεονέκτημα – αν όχι προϋπόθεση. Εξηγούν οι νομικοί στους (ισχυρούς και έμπειρους, άντε να εξηγήσεις!) ότι η ταχύτητα των αποφάσεων, όχι δε τόσο των δημοσιογραφικών όσο των τεχνικών και διαφημιστικών/εμπορικών δεν θάβγαινε πέρα με τέτοιο σχήμα. Πάντως από νωρίς ο Λαμπράκης προλέγει: “Τρεις θα μείνουμε τελικά”. Θεωρούσε ότι ο Αριστείδης Αλαφούζος θάφευγε γρήγορα – έπεσε μέσα, η πορεία προς τον ΣΚΑΙ πρώτης εποχής είχε φανεί πολύ πριν το 1993. Και ο Βαρδής – εδώ έπεσε έξω, παρά την ΝΕΑ  ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ/Star. (Η αποχώρηση Τεγόπουλου υπήρξε άλλη ιστορία).

Σκηνή τρίτη: πολύ αργότερα, αποφασίζει ο Αριστείδης Αλαφούζος, ο οποίος είχε αρχίσει να απομακρύνεται από την καθημερινή μέριμνα – να “προικοδοτήσει” την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ως εταιρεία – τελικά μέσω θυγατρικής, της “Αργοναύτης – Εταιρία Επενδύσεων στην Ποντοπόρο Ναυτιλία” – με δυο πλοία. Ήταν εξαρχής υπόσχεση/δέσμευσή του προς τους ανθρώπους της εφημερίδας ότι “τα έσοδα ενός πλοίου” θα διετίθεντο για την στήριξη και λειτουργία της. Δεν ήταν ευθύγραμμη υπόθεση, το να συνδεθεί μια δουλειά με μεγάλη κυκλικότητα όπως η ναυτιλία με μια εταιρία έκδοσης εφημερίδας – Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, Χρηματιστήριο της εποχής. Διαμεσολαβητές δημοσιογράφοι κύρους, γνωμοδότες δικηγόροι και καθηγητές. Τελικά (εποχή Σημίτη) το επιχείρημα που επικράτησε ήταν του “κυρίου Αριστείδη”: “Μα αφού είναι για το σωστό!”.