Από το Συνέδριο (Θέσεων, Αρχών κοκ.) της Ν.Δ.

 

Λιγο-πολύ αναμενόμενη, σχεδόν αναπόδραστη η τιτλοφόρηση του (11ου) Συνεδρίου Αρχών και Θέσεων της Ν.Δ.: «Έτοιμοι να αλλάξουμε την Ελλάδα». Το «έτοιμοι» είναι ένα στοιχείο που, άμα ένας πολιτικός χώρος έχει φθάσει στην οροφή της συσπείρωσης των δικών του δυνάμεων, είναι απαραίτητο να δείξει προς τα έξω αν είναι να προσελκύσει πρόσθετες – αναγκαίες – δυνάμεις. Εκείνο που θάπρεπε να προσέξει περισσότερο κανείς από τις εργασίες του Συνεδρίου Ν.Δ. ήταν το άλλο: η πρόσκληση-έκκληση «Εμπιστευθείτε μας!».

Από κει και πέρα, το κείμενο της τοποθέτησης-κλεισίματος του Κυριάκου Μητσοτάκη – για να πάμε απευθείας στο τέλος – υπήρξε σαφώς καλύτερο από τις περισσότερες τοποθετήσεις, ακόμη και την φορτισμένη της Ντόρας, αν και η εκφορά του λόγου παραμένει ακόμη αναντίστοιχη. Από τις αναφορές που αλιεύσαμε, εκείνη του Τζων Κέννεντυ (που ήταν και στης Ντόρας την τοποθέτηση) παραξένεψε ευχάριστα. Eνώ η άλλη, η τοποθέτηση του Τζ. Κάμπελ την δεκαετία του ΄30 (όταν είδε την γη της Μακεδονίας να ανθεί με την δουλειά των προσφύγων της Μικρασίας: ας προσεχθεί αυτή η αναφορά) άξιζε να προσεχθεί περισσότερο, φρονούμε. Για το έδαφος αναζήτησης της αισιοδοξίας που προδίδει/αναδεικνύει.

Αν όμως μείνει/περιορισθεί κανείς στην πιο παραδοσιακή «ανάγνωση» των πολιτικών δρώμενων του Συνεδρίου, αναμενόμενο ήταν το μοτίβο της ενότητας, όμως συνδυαζόμενο και με το «αν δεν αλλάξουμε εμείς, πώς θα αλλάξουμε την Ελλάδα;» Αναμενόμενο υπό κάποιαν έννοια και το άνοιγμα προς Φώφη Γεννηματά (δεν φάνηκε να το καλοδέχεται η ίδια, αν και το άκουσε ευγενικά), καθώς και το πιο «επιθετικό», σχεδόν κτητικό άνοιγμα προς Σταύρο Θεοδωράκη ο οποίος έδειξε αμήχανος, να πληροφορείται σ’ αυτό το περιβάλλον ότι δεν υπάρχουν και ουσιώδεις διαφορές μεταξύ Ν.Δ. και Ποταμιού…).

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα παρακολουθήσει κανείς, τώρα, την δημοσκοπική υποδοχή των εντυπώσεων του Συνεδρίου.