Βασίλης Ράπανος, μια εντελώς διαφορετική εκδοχή ανθρώπου της Μεταπολίτευσης

 

Όποιος μαθαίνει ότι κάποιος γνωστός του – ανεξαρτήτως συνθηκών γνωριμίας – «μπαίνει στην Ακαδημία», αισθάνεται κάτι ανάμεικτο από αναγνώριση (λογικό), ολοκλήρωση διαδρομής αλλά και (ας το πούμε έτσι) από μελαγχολία, με γεύση αποδρομής.

Όποιος παρακολούθησε την υποδοχή από την Ακαδημία Αθηνών του Βασίλη Ράπανου (στην Τάξη των Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών), και μάλιστα στάθηκε στο κείμενο της εκεί ομιλίας του, απεκόμισε το αντιδιαμετρικό: μιαν επιμονή στην προσέλευση σε αξίες και μια πεισματική επιμονή στο ότι μπορεί κανείς να στρατευθεί και να πολεμήσει για το καλύτερο. Τόσο, ώστε όταν η ομιλία του Ράπανου έκλεισε με την αποστροφή (της Κικής Δημουλά) «η εμμονή είναι ένα χρέος απέναντι στον όρκο που δώσαμε στην ελπίδα, ότι δεν θα την εγκαταλείψουμε ποτέ, ούτε κι όταν εκείνη μας εγκαταλείψει», πολλοί ανακάθισαν.

Εκείνο που επέλεξε ο Β. Ράπανος ως θέμα εύκολα θα ηχούσε «διδακτικό», ενδεχομένως και προβλεπτά παραινετικό: «Η ποιότητα διακυβέρνησης και οι επιδόσεις του δημοσίου τομέα». Αφοσιωμένος στην μελέτη των δημοσιονομικών, αλλά και με διαδρομή στην πράξη – από τις μεγάλες συζητήσεις για την δημοσιονομική πολιτική επι Δημήτρη Κουλουριάνου ή για την κοινωνικοποιήση επί Γεράσιμου Αρσένη μέχρι την οικοδόμηση του εκσυγχρονισμού επι Σημίτη, με ένα πέρασμα στον τραπεζικό τομέα που μάλλον σαν παραφωνία ακούστηκε αρχικά – ο Ράπανος αληθινά την πονούσε εξαρχής την συζήτηση για τα δημοσιονομικά • όμως πάντως με τα μάτια στο πώς αληθινά λειτουργεί ο κρατικός μηχανισμός. Στην Ελλάδα, στην πράξη. Γι αυτό και απο πολυ νωρίς έθετε (στον εαυτό του αλλά και στον συνομιλητή του) τον προβληματισμό γιατί εκείνα που αλλού ισχύουν, οι όποιες «βέλτιστες πρακτικές», στην Ελλάδα δεν ριζώνουν. Πολύ προτού κυκλοφορήσει το «Why Nations Fail» των Acemoglu/Robinson τον τριβέλιζε το ερώτημα, γιατί δεν ενσωματώνονται με τίποτε τα θετικά σε μια χώρα σαν την δική μας • και με τον γνώριμο μειλίχιο τρόπο του, έβλεπε τους Τροϊκανούς να πορεύονται (και να οδηγούν κι εμάς) σε προδιαγεγραμμένες αστοχίες. Στην ομιλία του, ο Ράπανος ομολόγησε ότι ένας άλλος ιδιαίτερος άνθρωπος, ο Σάκης Καράγεωργας, τον έστρεψε από…την Διοίκηση Επιχειρήσεων στα Δημόσια Οικονομικά. Δωρεά στα δημόσια πράγματα, αυτή.

Εκείνο πάντως που διδάσκει -αλλά επαναλμβάνουμε, χωρίς διδακτισμό! – η τοποθέτηση Ράπανου, ειναι το πώς η απουσία θεσμών/η «υστέρηση θεσμικής ικανότητας», αλλά και η τραγική υστέρηση εμπιστοσύνης (ιδίως : της έλλειψης αμοιβαιότητας σε εμπιστοσύνη, mutual trust), η απόλυτη έλλειψή της απέναντι στην Κυβέρνηση (εδώ τραβάμε την διατύπωση λίγο πιο πέρα απο εκείνην του Ράπανου, αλλά…) καθώς και η μεγάλη υστέρηση του κοινωνικού κεφαλαίου/της κοινωνικής δικτύωσης/των άτυπων κανόνων κοινωνικής συνοχής στην ωραία μας χώρα, όχι μόνον είναι πηγές προβλημάτων αλλά και μας στέρησαν τα  κρίσιμα χρόνια της κρίσης απο προσαρμοστικότητα/δυνατότητα επαναφοράς. Δεν τα επικαλείται όλα αυτά ο Ράπανος, δεν τα εκφωνείται απλώς: τα παραθέτει με δείκτες και διαγράμματα, όπου η Ελλάδα σταθερά βρίσκεται στο κάτω αριστερό σημείο (άντε, παρέα με κάποια Κροατία, Πορτογαλία, Βουλγαρία, ή Ιταλία…) στη πιο μειονεκτική συγκριτικά γωνίτσα. Ειναι ενδιαφέρον να σημειώσει κανείς ότι κάποια ελαφριά βελτίωση καταγράφεται το 2015-17 (και δεν θα θεωρήσει εύκολα κανείς τον Ράπανο ύποπτο φιλοκυβερνητικής διάθεσης!), όμως το επίπεδο παραμένει σταθερά αποκαρδιωτικά χαμηλό. Και ο συσχετισμός με τις επιδόσεις του δημοσίου τομέα προκύπτει αφοπλιστικά πλήρης… Εξειδικεύοντας σε λειτουργία του Κράτους, σε αποτελεσματικότητα του εισπρακτικού μηχανισμού, σε εκτόξευση της ονομαστικής φορολογικής επιβάρυνσης/των φορολογικών συντελεστών, σε συσχετισμό με τα επίπεδα εισοδήματος, ο Ράπανος δεν παραλείπει να σημειώσει ότι «οι πολίτες δεν ανταποκρίνονται σε οικονομικά και μόνον κίνητρα». Γι αυτό και καλεί τους ομοτέχνους του – τους οικονομολόγους – να θυμηθούν την ηθική διάταση της επιστήμης που διακονεί το συνάφι τους. «Πολιτισμικές αξιές, αντιλήψεις για δικαιοσύνη και ιδεολογικές πεποιθήσεις των πολιτών» επικαθορίζουν τις συμπεριφορές – και συνεπώς τις αντιδράσεις στα μέτρα πολιτικής που λαμβάνονται. Γι αυτό και έκλεισε ο Βασίλης Ράπανος με έκκληση προς το συνάφι (πάλιν δική μας η διατύπωση) να συμβάλλει με προτάσεις «για δημόσιες πολιτικές που θα λαμβάνουν υπόψη όλα τα παραπάνω, ώστε να είναι εφαρμόσιμες και αποτελεσματικές».

Είναι κρίμα που ο Ράπανος δεν προσήλθε ποτέ στο κέντρο της πολιτικής. Οπου εκείνο που δηλώνει , κάπως αυτοπεριγραφικά, ότι του παραδόθηκε στο ξεκίνημά του, «επιμονή, αντοχή και ρωμαΪκό πείσμα» κατά Δεληβοριά, θα είχε κάνει πολύ καλό. Σε πολλούς. Μια εντελώς διαφορετική εκδοχή ανθρώπου της Μεταπολίτευσης θα είχε βοηθήσει να σωθεί μια παρακαταθήκη που, τελικά, σπαταλήθηκε.