Η ματιά της Θεσσαλονίκης στο Ταμείο Ανάκαμψης

Αναμονή, γόνιμο αναβρασμό. ερωτηματικά αλλά και δόσεις γκρίνιας έχει η επόμενη μέρα στη Θεσσαλονίκη, μετά την ανακοίνωση της έναρξης μέσα στον Ιούλιο 2021 των εκταμιεύσεων των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης για την Ελλάδα, αλλά και των λεπτομερειών του νέου ΕΣΠΑ.

Αν και εύστοχα ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Θεόδωρος Σκυλακάκης έσπευσε να τονίσει ότι ο χειρότερός του φόβος είναι «να έχουμε χρήματα και να μην τα χρησιμοποιήσουμε σωστά», στη Θεσσαλονίκη έρχεται εδώ και χρόνια να προστεθεί ένας ακόμα φόβος: ότι σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να τηρηθεί η αρνητική παράδοση της πόλης με τα βρικολακιασμένα έργα όπως το μετρό και με τη γραφειοκρατία, που θυμάται τον κακό της εαυτό μόνο στη βορειοελλαδική πρωτεύουσα.

Τα τρία μεγάλα στοιχήματα της Θεσσαλονίκης είναι η δημιουργία του Τεχνολογικού Πάρκου 4ης Γενιάς Thess INTEC, η ανάπλαση του χώρου της Διεθνούς Έκθεσης με τη δημιουργία ενός πρότυπου εκθεσιακού κέντρου διεθνούς εμβέλειας με σύγχρονες υποδομές και χώρους πρασίνου, μετά το πράσινο φως που έδωσε το Συμβούλιο της Επικρατείας, και η δημιουργία έργων, δράσεων και επενδύσεων που θα φέρουν ανάπτυξη και θέσεις εργασίας.

Σ’ αυτά προσθέστε και το μετρό της Θεσσαλονίκης, για το οποίο όμως η αδυναμία ακόμα και σήμερα να ανακοινωθεί όχι η ημερομηνία αλλά έστω και το έτος έναρξης λειτουργίας ακούγεται ως μια κακόγουστη φάρσα. Πού αλλού στον κόσμο –και όχι απλώς στην ανεπτυγμένη Ευρώπη– ακούστηκε πως χρειάστηκαν τριάντα χρόνια για δέκα χιλιόμετρα μετρό, ενώ μόλις σε δέκα χρόνια στην Αθήνα κατασκευάστηκαν πενήντα χιλιόμετρα, συν ο προαστιακός σιδηρόδρομος;

Ήδη στη Θεσσαλονίκη πολιτικοί και ΜΜΕ επισημαίνουν πως δεν είναι πια «σύμπτωση» οποιοδήποτε δημόσιο έργο στη βορειοελλαδική μεγαλούπολη να κολλάει σε κάθε γραφείο Υπουργείου όπου φτάνει για μια υπογραφή, ενώ το αντίστοιχο της Αθήνας να διεκπεραιώνεται χέρι-χέρι.

Στα παραπάνω προσθέστε πλέον και την καθιερωμένη και πιθανόν δικαιολογημένη βορειοελλαδική «καχυποψία» για το αν τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης θα μοιραστούν με δίκαιο και ισόρροπο τρόπο και όχι υπέρ της Αθήνας και της ευρύτερης περιοχής της.

Το θέμα είναι περίπλοκο. Από τη μια ακούμε πως προτεραιότητα θα δοθεί στην πράσινη ανάπτυξη, στην ψηφιακή μετάβαση, αλλά και στις γυναίκες, στους ανέργους, στους νέους και στην παιδεία. Από την άλλη ανακοινώνεται πως η έγνοια της κυβέρνησης είναι η «περιφερειακή ανάπτυξη», αλλά και η επένδυση των χρημάτων σε ώριμα έργα και δράσεις που θα φέρουν θέσεις εργασίας.

Είναι χωρίς άλλο μονόπλευρος ο τρόπος εξαγωγής συμπερασμάτων για το ενδιαφέρον μιας κυβέρνησης για μια περιοχή με κριτήριο το «πόσοι υπουργοί» εκλέγονται σ’ αυτήν.

Από την άλλη όμως, αυτοί που κρατούν στατιστικά και ιστορικά στοιχεία έρχονται να επισημάνουν ότι επί πρωθυπουργίας Κώστα Σημίτη λ.χ. υπήρχαν στην κυβέρνηση έξι Θεσσαλονικείς υπουργοί και μάλιστα σε όχι «διακοσμητικά» ή έστω ήσσονος σημασίας Υπουργεία. Στη σημερινή κυβέρνηση από τη Θεσσαλονίκη συμμετέχει μόνο ένας. Ένα καλό ερώτημα βέβαια είναι γιατί επί των κυβερνήσεων των έξι Θεσσαλονικέων υπουργών δεν προχώρησαν τα έργα του μέτρο και δεν λύθηκε το θέμα της ανάπλασης ή της μετεγκατάστασης της ΔΕΘ…

Εκτός από την κυβέρνηση, πάντως, λόγο για το μέλλον της Θεσσαλονίκης έχει και η τοπική ηγεσία, οι πολιτικοί, οι φορείς, οι επιχειρηματίες, ο πνευματικός κόσμος, που πρέπει να δράσουν με τρόπο και ταχύτητες διαφορετικούς απ’ ό,τι στο παρελθόν. Διότι συχνά ξεχνάμε τη σύνδεση του Ταμείου Ανάκαμψης με τις μεταρρυθμίσεις που θα συνοδεύουν την εκταμίευση των κονδυλίων – και τούτο ισχύει για όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.