Γιάννης Στουρνάρας για τον Αλέξανδρο Διομήδη πρώτο Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος

 

Στην παρουσίαση του βιβλίου «Αλέξανδρος Διομήδης» ένας αυθεντικός εκπρόσωπος της αστικής τάξης» (του Νίκου Παντελάκη), όπου αναπτύχθηκαν οι πολλαπλές πτυχές της διαδρομής του πρώτου Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ο νυν Διοικητής Γιάννης Στουρνάρας έκανε μια πολύ ενδιαφέρουσα τοποθέτηση:

«Είναι χαρά μου που μπορώ να απευθύνω αυτόν τον χαιρετισμό στην παρουσίαση της βιογραφίας του Αλέξανδρου Διομήδη, του πρώτου Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, που τέτοιες ημέρες το 1928 διένυε τις πρώτες εβδομάδες της λειτουργίας της.

Πρόκειται για τη βιογραφία ενός «αυθεντικού εκπροσώπου της αστικής τάξης», η οποία συγγράφηκε από τον Νίκο Παντελάκη, εκπρόσωπο μιας γενιάς έμπειρων οικονομικών ιστορικών, ο οποίος επέλεξε για άλλη μια φορά να βυθιστεί στο αρχειακό υλικό – ελληνικό και ξένο – και να αφήσει τις ίδιες τις μαρτυρίες να μιλήσουν. Σε αυτή τη διαδρομή τον βοήθησε ασφαλώς και η ιδιαίτερη σχέση του με τον βιογραφούμενο και το προσωπικό του αρχείο, που τον κατέστησαν προνομιούχο «συνομιλητή» του Αλέξανδρου Διομήδη. Το προνόμιο αυτό δεν το κράτησε ωστόσο για τον εαυτό του, αλλά το μοιράστηκε γενναιόδωρα με τους αναγνώστες, οι οποίοι στο βιβλίο συναντούν αυτούσιες μακροσκελείς επιστολές, μαρτυρίες και τεκμήρια, που τους επιτρέπουν να αφουγκραστούν τις συνομιλίες των πρωταγωνιστών και να διαμορφώσουν τη δική τους άποψη για τα γεγονότα. Το αποτέλεσμα είναι ένα ενδιαφέρον και ιδιαίτερα πλούσιο βιβλίο για μια ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερα πλούσια σε πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις εποχή.

Στο οπισθόφυλλο, ο αναγνώστης βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα ερώτημα, σύνηθες στα ιστορικά έργα: «γιατί είναι επίκαιρος σήμερα ο Αλέξανδρος Διομήδης»; Το ερώτημα μπορεί να λάβει πολλές απαντήσεις. Θα μου επιτρέψετε να σταθώ σε δύο από αυτές, σε δύο ζητήματα που αναδεικνύονται από τη βιογραφία και τα οποία θεωρώ επίκαιρα. Αναπόφευκτα, οι επιλογές μου – και ελπίζω να μου το συγχωρήσετε – προδίδουν τα επιστημονικά μου ενδιαφέροντα και τον θεσμικό μου ρόλο.

Το πρώτο αφορά τον γενικότερο ρόλο των τραπεζών στην οικονομία. Ενός μακραίωνου θεσμού κάθε οικονομίας, που συχνά αντιμετωπίζεται με καχυποψία και – ιδίως σε περιόδους κρίσεων – βρίσκεται στο στόχαστρο της δημόσιας κριτικής.

Η κριτική δεν είναι πάντα άστοχη και το τραπεζικό σύστημα δεν είναι πάντα άμοιρο ευθυνών. Εντούτοις, μια πιο νηφάλια, ιστορική οπτική – όπως αυτή που μας προσφέρει η εν λόγω βιογραφία – αναδεικνύει πολύ περισσότερο τον θεμελιώδη ρόλο των τραπεζών στην οικονομία. Άλλοτε ως υπουργός, άλλοτε ως τραπεζίτης, ο Αλέξανδρος Διομήδης κλήθηκε να αντιμετωπίσει σειρά οικονομικών και κυρίως χρηματοδοτικών προκλήσεων. Βαλκανικοί πόλεμοι, αποκατάσταση των προσφύγων, αγροτική μεταρρύθμιση και παραγωγικά έργα, μεταπολεμική ανοικοδόμηση: σημαντικές τομές στην πρόσφατη ελληνική ιστορία. Τομές που απαίτησαν τεράστια κινητοποίηση πόρων και θα ήταν αδιανόητες χωρίς τις ελληνικές τράπεζες: τα κεφάλαια, την τεχνογνωσία τους, το ανθρώπινο δυναμικό και τις διεθνείς τους διασυνδέσεις. Αξίζει να αναλογιστούμε ποια θα ήταν η εξέλιξη των πραγμάτων, αν οι ελληνικές κυβερνήσεις εκείνης της εποχής δεν είχαν πρόσβαση στους πόρους και την τεχνογνωσία του τραπεζικού συστήματος.

Ο αναγνώστης της βιογραφίας Διομήδη ενδέχεται βέβαια να εντυπωσιαστεί από τη ρευστότητα των ορίων και την κινητικότητα των προσώπων μεταξύ πολιτικής και τραπεζών – με πρώτη και καλύτερη την Εθνική. Πράγματι, η αυτονομία του τραπεζικού συστήματος από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία παρέμενε ένα ακανθώδες ζήτημα. Ακανθώδες και δυσεπίλυτο, εφόσον αμφότερες πλευρές αντλούσαν κατά καιρούς οφέλη και προνόμια από αυτόν τον εναγκαλισμό. Έτσι, δεν είναι τυχαίο πως χρειάστηκε μία εξωτερική παρέμβαση, υπό τη μορφή μιας συμβατικής υποχρέωσης απέναντι στην Κοινωνία των Εθνών, για να επέλθει ο απαραίτητος θεσμικός μετασχηματισμός.

Ερχόμαστε λοιπόν σε ένα δεύτερο ζήτημα που αναδεικνύει η βιογραφία Διομήδη, που δεν είναι άλλο από την ίδρυση της πρώτης ανεξάρτητης, κεντρικής τράπεζας του ελληνικού κράτους. Όπως μας θυμίζει το βιβλίο, η ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος αποτέλεσε προϊόν διεθνούς διαπραγμάτευσης για τη σταθεροποίηση και χρηματοδότηση της οικονομίας. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1920, κύκλοι της Τράπεζας της Αγγλίας και του Treasury θεωρούσαν την Εθνική αδικαιολόγητα εφεκτική απέναντι στο κράτος, με αποτέλεσμα να τροφοδοτείται ο πληθωρισμός. Η νέα διεθνής ορθοδοξία επέβαλε την αυτονομία της νομισματικής πολιτικής και την απόσχιση του εκδοτικού προνομίου από τις εμπορικές δραστηριότητες. Μια ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα θα μπορούσε να αντισταθεί στις πιέσεις των εκάστοτε κυβερνήσεων και να εποπτεύσει καλύτερα τις εμπορικές τράπεζες.

Αυτό ήταν το σκεπτικό πίσω από το Πρωτόκολλο της Γενεύης, που οδήγησε στην ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος. Αναπόφευκτα, η αλλαγή στο τραπεζικό τοπίο έθιξε συμφέροντα και προκάλεσε καχυποψία και αντιδράσεις· πόσο μάλλον από τη στιγμή που η μεταρρύθμιση είχε επιβληθεί «εξωγενώς» και συνοδευόταν από την υποχρέωση τακτικών ενημερώσεων των ξένων θεσμών. Σε αυτή τη συγκυρία, η επιλογή του πρώτου Διοικητή είχε ιδιαίτερη βαρύτητα: έπρεπε να είναι αποδεκτός από τους ξένους, χωρίς να απειλεί τις τράπεζες – και κυρίως της Εθνική· έπρεπε να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της κυβέρνησης, χωρίς να είναι υποταγμένος σε αυτήν. Όπως αντιλαμβάνεστε, οι υποψήφιοι δεν θα μπορούσαν να είναι πολλοί. Προερχόμενος από τον βενιζελικό χώρο και τους κόλπους της Εθνικής, ο Διομήδης ήταν επίσης γνωστός στους διεθνείς τραπεζικούς κύκλους. Η εικόνα του, που αναδεικνύεται από το βιβλίο, ερμηνεύει την επιλογή του ως τη μόνη φυσική.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, ο Αλέξανδρος Διομήδης ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της νέας του θέσης και έθεσε – μαζί με τους Εμμανουήλ Τσουδερό και Κυριάκο Βαρβαρέσο – τα θεμέλια της νέας κεντρικής τράπεζας. Η κρίση του 1929 έφερε το ίδρυμα αντιμέτωπο με ένα εντελώς νέο περιβάλλον, στο οποίο η Διοίκησή του κλήθηκε να υπερασπιστεί τη νομισματική μεταρρύθμιση και να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη κυβερνητική δυσαρέσκεια για τις οικονομικές εξελίξεις. Δυσαρέσκεια που κορυφώθηκε με την απομάκρυνση του Διομήδη από τη διοίκηση η οποία, ανεξαρτήτως της αφορμής της, υπενθύμισε την απροθυμία των εκάστοτε κυβερνήσεων να αποδεχτούν την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας. Έτσι, ο πρώτος Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος δεν κλήθηκε μόνο να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία του ιδρύματος· κλήθηκε συνάμα να επαληθεύσει την έξη των πολιτικών ηγεσιών να επιρρίπτουν τις ευθύνες τους σε άλλους!».