Δεν είναι λαϊκιστές οι ψηφοφόροι των λαϊκιστών

 

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιανουάριος 2019, τ. 978
Ματιές στο μέλλον του Νίκου Παπανδρέου

 

Σήμερα η Ευρώπη και οι ΗΠΑ συνταράσσονται από εξεγέρσεις που ξεκινούν στους κόλπους των πολιτών της υπαίθρου , όπως τα κίτρινα γιλέκα στην Γαλλία ή οι υποστηρικτές του Τραμπ. Κατοικούν σε περιοχές που δεν ωφελήθηκαν από την τρομακτική επιτάχυνση του καπιταλισμού και δη την παγκοσμιοποίηση. Βλέπουν την μετανάστευση σαν απειλή και όπως όλοι μας, διερωτώνται αν η τεχνολογία θα τους διευκολύνει, η απλώς θα τους αντικαταστήσει . Την ίδια στιγμή, άλλοι αγκαλιάζουν και ασπάζονται ακριβώς αυτές τις «απειλές», επειδή βγαίνουν ωφελημένοι. Οι τελευταίοι ζούνε σε πόλεις όπως το Σαν Φρανσίσκο, το Λονδίνο και την Νέα Υόρκη.
Εκείνα που λένε οι Γάλλοι εξεγερθέντες με τα «κίτρινα γιλέκα» δεν διαφέρει πολύ απ’ αυτά που συζητάμε και εμείς στην Ελλάδα.  Σε μια ιστοσελίδα βρήκαμε τα λόγια τους, Ένας άνεργος τεχνικός υπολογιστών λέει, «Είμαστε εδώ \για να διαμαρτυρηθούμε ενάντια στην κυβέρνηση λόγω της αύξησης των φόρων αλλά όχι μόνο των φόρων για τη βενζίνη. Έχουμε χαμηλούς μισθούς ενώ πληρώνουμε υπερβολικό φόρο και ο συνδυασμός δημιουργεί όλο και περισσότερη φτώχεια». Ένας εξηντάχρονος άνεργος ξυλουργός παραπονιέται για το φόρο κληρονομιάς – «Η θεία μου πέθανε πρόσφατα και μου άφησε 40.000 ευρώ. Εργάστηκε όλη  της τη ζωή, κατέβαλε φόρους και χρεώσεις, αλλά η κυβέρνηση μου πήρε το 60% αυτού. Είναι δίκαιο αυτό;» Έχουν οι άνθρωποι την αίσθηση ότι την Γαλλία την κυβερνάει μια ελίτ, και ότι ο Macron δίνει εντολές μαζί με ένα μικρό επιτελείο μανδαρίνων και ζηλωτών και δεν έχει καμία επαφή με τον λαό της χώρας τους.
Αυτή η αντίληψη δίνει τροφή φυσικά στους λαϊκιστές όλων των χρωμάτων. Δυστυχώς, πέραν των ακραίων θέσεων πολλών δημαγωγών υπέρ του άκρατου εθνικισμού και του ρατσισμού, ορισμένοι εξ αυτών θίγουν θέματα που έχουν κάποια κοινωνική αποδοχή αλλά και μια αντικειμενική βάση. Επιτίθονται στον ελιτισμό των σημερινών κυβερνήσεων, δίνουν έμφαση στις οικονομικές ανισότητες και σημειώνουν τον προβληματισμό μας για την απίστευτη ταχύτητα με την οποία αλλάζει η «εθνική σύνθεση» των ντόπιων πληθυσμών.
Οι λόγοι που οδηγούν πολύ κόσμο στα ακραία κόμματα έχουν ρίζες βαθιές που φυτεύτηκαν πολύ πριν την σημερινή κρίση και συνοψίζονται σε τέσσερα αίτια.
Πρώτον, πολύς κόσμος έχει χάσει την εμπιστοσύνη του στην ίδια την δημοκρατία, επειδή αισθάνεται ότι οι σημερινές κυβερνήσεις απαρτίζονται από μια ελίτ- μια ειδική κάστα εκλεκτών. Τροφοδοτείται η αίσθηση ότι οι πολίτες δεν έχουν φωνή στην όλη «συζήτηση,» αν θέλετε, και τείνουν να αποζητάνε μια πιο άμεση μορφή δημοκρατίας, ότι και να σημαίνει αυτό.  Πολλά γκάλοπ δείχνουν ότι στην Ευρώπη και την Αμερική οι ψηφοφόροι δεν εμπιστεύονται τις κυβερνήσεις τους. Στην Σουηδία, που ζει σήμερα την άνοδο ακροδεξιού κόμματος, ο μισός πληθυσμός πιστεύει ότι η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται για «πολίτες σαν εμένα.» -παγκοσμίως το ποσοστό φτάνει τα δυο τρίτα των ερωτηθέντων.
Ένας δεύτερος λόγος που πολλοί πολίτες φοβούνται τα «παραδοσιακά» κόμματα είναι ότι ζούνε με την αίσθηση ότι απολύουν την ίδια τους τη χώρα, το έθνος διαλύεται και η ταυτότητα τους απειλείται. Πολλοί πιστεύουν ότι οι φιλελεύθερες κυβερνήσεις, οι μεγάλοι διεθνείς οργανισμοί και το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα διαβρώνουν όλα τους μαζί και από μέσα το «έθνος.» Οι τρείς αυτοί θεσμοί ενθαρρύνουν και υποστηρίζουν την μαζική μετανάστευση, το καθένα για ξεχωριστούς λόγους. Την ίδια στιγμή η «πολιτική ορθότητα» προσπαθεί να σβήσει οποιαδήποτε φωνή που αντιτίθεται στις θέσεις αυτές.
Η αρνητική κοινωνική αντίδραση στους μετανάστες και τους πρόσφυγες δεν πρέπει να κριθεί ως ρατσισμός. Η αντίδραση αυτή πηγάζει από μια βαθύτερη ανασφάλεια γύρω από την ύπαρξη του έθνους. Και παρά τις πολλές θεωρίες που κυκλοφορούν ότι στο μέλλον τα έθνη θα χαθούν και τη θέση τους θα πάρει ένα παγκόσμιο σύστημα χωρίς σύνορα, στοιχεία δείχνουν ότι οι περισσότεροι πολίτες αισθάνονται πολύ κοντά στο έθνος και την χώρα τους. Εκείνοι που ψηφίζουν τους ακραίους πολιτικούς τύπου Λεπεν και Φαράζ δεν είναι ρατσιστές οι ίδιοι. Έχουν όμως μεγάλες αμφιβολίες για τον ανοικτό και χωρίς δεύτερη σκέψη καλωσόρισμα των μεταναστών. Και ένα σημαντικό μέρος των πολιτών στην Ελλάδα και αλλού αντιδράει στην ταχύτητα των αλλαγών που απειλούν τον γνώριμο χαρακτήρα της χώρας τους. Τα προοδευτικά κόμματα δεν αγγίζουν αυτά τα θέματα.
Τρίτος λόγος που «δικαιολογεί» την στροφή τόσων πολιτών μας στους λαϊκιστές είναι η αίσθηση ότι οι ίδιοι στερούνται οικονομικά οφέλη που αντιθέτως πηγαίνουν σε άλλους που ζούνε πολύ καλύτερα. Εκείνο που επηρεάζει την θέση τους είναι οι σχετικές ανισότητες και όχι οι απόλυτες. Έτσι δεν είναι μόνο οι φτωχοί αλλά και εκείνοι που ανήκουν στην μεσαία τάξη που αισθάνονται μειονεκτικά. Για πολλούς, το πολιτικό σύστημα να εξυπηρετεί καλύτερα τους έχοντες παρά τους μη έχοντες, ιδιαιτέρως το περιβόητο «1 τοις εκατό» των πολύ πλουσίων- που τείνει να γίνει «1 τοις χιλίοις». Όταν κυριαρχήσει η εντύπωση ότι το πολιτικό σύστημα δεν νοιάζεται για «μας», τότε το έδαφος είναι ώριμο για ακραίες φωνές. Δυστυχώς δεν φαίνεται ότι οι ανισότητες θα απαλειφθούν στο κοντινό μέλλον.
Τέλος, όλοι μας τα αστικά κόμματα ως φορέας δημοκρατίας, καταρρέουν. Αυτό είναι ιδιαιτέρως εμφανές στη χώρα μας, όπου το ΠΑΣΟΚ και το διάδοχο ΚΙΝ.ΑΛ, από 44% το 2009 σήμερα βρίσκεται σε μονοψήφιο ποσοστό. Η Νέα Δημοκρατία έχασε και εκείνη την επαφή με τη βάση της, ενώ την ίδια στιγμή, ένα κόμμα του 3% κυβερνάει την Ελλάδα σε σύμπνοια με ένα άλλο αναιμικό, προσωποπαγές  και γκροτέσκο ακροδεξιό κόμμα.
Τα αστικά αριστερά και κεντρώα κόμματα δεν μπορούν πια να στηρίζονται μόνο στις εργατικές τάξεις που σε μεγάλο βαθμό ασπάζονται συντηρητικές ιδέες περί εθνικισμού και κατά της παγκοσμιοποίησης, αλλά θέλει και την στήριξη της μεσαίας τάξης που πιστεύει τα αντίθετα; Το χάσμα δεν θα λυθεί μόνο με την μείωση της ανεργίας και με μεγαλύτερούς ρυθμούς ανάπτυξης. Πρέπει να υπάρξει σύμπνοια στην  κοινωνία για το πως να αντιμετωπίσουμε το έθνος, τους μετανάστες και τις τεχνολογικές αλλαγές στην χώρα τους.
Υπάρχουν πολλές προτάσεις που μπορούν να υιοθετηθούν ώστε να μειωθεί η έλξη του λαϊκισμού. Αλλά για να γίνει αυτό πρέπει τα πολιτικά κόμματα να αποδεχθούν πρώτιστως τις πραγματικές ανησυχίες που ασπάζεται μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού. Το ελπιδοφόρο είναι ότι οι ίδιοι οι ψηφοφόροι των ακραίων κομμάτων δεν είναι οι φορείς του εθνικισμού και του λαϊκισμού αλλά αντιθέτως ψάχνουν μια σοβαρή πρόταση για τα θέματα που τους απασχολούν. Όταν τα παραδοσιακά προοδευτικά κόμματα ακούσουν καλά εκείνα που ως τώρα δεν άκουγαν, τότε και μόνο θα ανασυνταχθούν και θα μπορέσουν να ξαναμπούνε στις καρδιές των ανθρώπων.