Διασταυρωμένες προτάσεις/προσεγγίσεις

 

Είχε μιαν ιδιότυπη χρησιμότητα – έτσι όπως περιεχόμαστε σε σαφώς προεκλογική φάση/ατμόσφαιρα – η με μια μέρα απόσταση διασταύρωση των προτάσεων ή μάλλον προσεγγίσεων του αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης (προχθές) και του προέδρου της Κυβέρνησης (χθες) στην «Ώρα της Ελληνικής Οικονομίας» του ΕλληνοΑμερικανικού Επιμελητηρίου. (Με την επαναλαμβανόμενα παραινετική συμμετοχή του Αμερικανού πρέσβεως Τζέφρι Πάιατ. Ο οποίος πάλι διεδήλωσε την εκτίμησή του για την συντελούμενη πρόοδο της Ελληνικής οικονομίας, επανέλαβε τα περί συνεχούς αναβάθμισης των ΕλληνοΑμερικανικών σχέσεων, έδωσε έμφαση στην πρώτιστη ανάγκη ενίσχυσης της ανάπτυξης, επεσήμανε τις καθυστερήσεις σε σχέδια όπως του Ελληνικού, έστρεψε τους προβολείς στα ενεργειακά projects – το γνώριμο πλαίσιο).

Γιατί μιλούμε για χρησιμότητα, ιδιότυπη όμως; Επειδή έτσι όπως ζήσαμε και ζούμε αυτόν τον καιρό την ευθυγράμμιση των κομμάτων εξουσίας στην υπερψήφιση – στην Βουλή – των διαδοχικών νομοσχεδίων και τροπολογιών από την διατήρηση της προσωπικής διαφοράς για τους «παλιούς» – ήδη προσετέθησαν και οι ενδιάμεσοι, οι μέχρι τέλους 2018… – συνταξιούχους, αλλά  και το ξεκλείδωμα αναδρομικών των ενστόλων κοκ, παρομοίως τις στοχευμένες σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες παροχές, κινδύνευε να περιοριστεί η αντιπαράθεση ενόψει κάλπης στο Μακεδονικό, τα Εκκλησιαστικά, την ανθοδέσμη σκανδάλων και την αντίθεση ύφους των μονομάχων: από την μια στράτευση με τους μη-προνομιούχους, από την άλλη συμπόρευση με την ελίτ («τους ελίτες» για να θυμηθούμε Ανδρέα Παπανδρέου εφ’ όλης της γραμμής).

Εδώ, λοιπόν, «Η Ώρα της Ελληνικής Οικονομίας» ήρθε να φέρει στην επιφάνεια κάτι σαν πιο θεμελιωμένη διαφοροποίηση. Πιο θεμελιωμένη και πιο υγιή. Πέρα από την αμφισβήτηση του κυβερνητικού success story, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έρθει και έθεσε ως πυρήνα των ανησυχιών του την έλλειψη αναπτυξιακής δυναμικής της οικονομίας. Και κατέθεσε ξεκάθαρα την άποψη ότι μόνο μέσα από μια ριζική φορολογική μεταρρύθμιση – δηλαδή ελαφρύνσεις – και αντίστοιχη ασφαλιστική – δηλαδή ξήλωμα του νόμου Κατρούγκαλου – θεωρεί ότι μπορεί να υπάρξει γνήσια αναπτυξιακή επανεκκίνηση. Με επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, συν πλήρη αξιοποίηση των ΣΔΙΤ.

Αντίθετα, ο Αλέξης Τσίπρας, πέρα από την επιμονή στο ότι οι θετικοί οικονομικοί δείκτες – αύξηση εξαγωγών, υποχώρηση της ανεργίας, εγκατάσταση του ΑΕΠ αυξητικά άνω του +2% – σταθεροποιούνται, αλλά και στο ότι υπάρχει (και αναγνωρίζεται) βιωσιμότητα του χρέους σε βάθος χρόνου, έθεσε στην πρώτη γραμμή την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Εκεί, διεκδίκησε δυναμικά την ευθύνη για την υπεράσπιση των συντάξεων («δεν ήταν νομοτελειακή εξέλιξη η κατάργηση του μέτρου περικοπής των συντάξεων»), αλλά και για το πλέγμα των παροχών που τώρα προωθούνται. Ενδιαφέρον να σημειωθεί και ότι επεδίωξε να προκαταλάβει τους φόβους για «κίνδυνο δημοσιονομικού εκτροχιασμού». Με τον τρόπο αυτό, θέλησε να χτίσει μιαν άποψη για ύπαρξη συγκροτημένης  αναπτυξιακής λογικής.

Δεν θέλουμε να πούμε ότι έτσι, μ’ αυτή/με τέτοια βάση διαφοροποιημένων αφηγημάτων και σχεδιασμών για την οικονομία θα τεθούν στο τραπέζι οι επιλογές στην κάλπη. Αλλά, όσο και να το κάνουμε, ένα κάποια ξεκαθάρισμα είναι υγιής υπόθεση.