Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούνιος 2021, τ. 1007

ΑΡΙΘΜΟΙ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ

των Άγγελου Τσακανίκα* & Πέτρου Δήμα**

Ο διδακτορικός τίτλος είναι το ανώτερο δίπλωμα που μπορεί να απονεμηθεί ακαδημαϊκά, με τις διδακτορικές σπουδές να χαρακτηρίζονται ως ο πλέον σημαντικός παράγοντας εκπαίδευσης και εξειδίκευσης νεαρών επιστημόνων. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή[1], οι διδάκτορες χαρακτηρίζονται από υψηλού επιπέδου ποσοτικές και ποιοτικές αναλυτικές ικανότητες, οι οποίες επεκτείνονται από την ανάπτυξη πολύπλοκων συλλογισμών και την κατάστρωση καινοτόμων πειραματικών μεθοδολογιών, έως τον σχεδιασμό και τη χρήση προχωρημένων υπολογιστικών συστημάτων και αλγορίθμων. Οι δεξιότητες αυτές συνεπάγονται μια εξειδίκευση η οποία πλέον αναγνωρίζεται και εκτός του ακαδημαϊκού πλαισίου και επιτρέπει καλύτερες προοπτικές καριέρας στο ευρύτερο παραγωγικό οικοσύστημα, δημόσιο και ιδιωτικό. Οι «διδάκτορες» αποτελούν το πλέον ελκυστικό κεφάλαιο της αγοράς εργασίας και τα ποσοστά απασχόλησής τους ξεχωρίζουν από τις υπόλοιπες κατηγορίες αποφοίτων (ή μη) τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ακόμα και σε περιόδους οικονομικής αβεβαιότητας.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ΟΟΣΑ σε έρευνά του στις χώρες-μέλη[2], το ποσοστό του πληθυσμού 25-64 χρονών που διαθέτει διδακτορικό προσεγγίζει το 1,1%, ενώ σε χώρες όπως η Ελβετία ή οι ΗΠΑ το ποσοστό φθάνει σε 3% και 2% αντίστοιχα. Μάλιστα, το ποσοστό απασχόλησης κατόχων διδακτορικού διπλώματος είναι κατά μέσο όρο 5% υψηλότερο σε σχέση με το αντίστοιχο των κατόχων μεταπτυχιακού διπλώματος για τις γυναίκες (στην Ελλάδα στο 15%), ενώ στους άνδρες 3% υψηλότερο. Με βάση αυτή την τάση, ο ΟΟΣΑ εκτιμά πως το 2,3% των σημερινών νέων στις χώρες-μέλη του πρόκειται να συμμετάσχει σε κάποιο διδακτορικό πρόγραμμα σπουδών είτε στη χώρα του είτε στο εξωτερικό. Οι τάσεις αυτές έχουν οδηγήσει σε ένα κύμα μεταρρυθμίσεων σε διάφορες χώρες με σκοπό την υποστήριξη προγραμμάτων διδακτορικών σπουδών, καθώς αναγνωρίζεται η πολύτιμη συνεισφορά του εξειδικευμένου εργατικού και ακαδημαϊκού δυναμικού στην καινοτομία, στην προώθηση της επιστήμης αλλά κυρίως στην ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης.

Στην Ελλάδα σύμφωνα με το ΕΚΤ[3], το 2019 στην Ελλάδα αναγορεύθηκαν 1.685 νέοι διδάκτορες (έναντι 1.624 το 2018) από τα ελληνικά ΑΕΙ, εκ των οποίων το 52,3% ήταν άνδρες και το 47,7% γυναίκες. Περίπου το 46% των νέων διδακτόρων βρίσκονται σε ηλικίες έως 35 ετών, όμως υπάρχει και ένα 35% που ανήκει στην ηλικιακή ομάδα 36 έως 44 ετών. Γενικά όμως στην τελευταία δεκαετία (2009-2019) παρατηρείται σημαντική πτώση στην αναγόρευση νέων διδακτόρων της τάξεως του 35%. Ένας πιθανός παράγοντας που οδήγησε σε αυτήν την πτώση θα μπορούσε να είναι η οικονομική κρίση που επηρεάζει δυσμενώς την επαγγελματική αποκατάσταση.

Μια πρόσφατη έρευνα του Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ-ΕΜΠ) για λογαριασμό της ΣΕΒ (μεταξύ άλλων[4]) ανέλυσε την απορρόφηση των διδακτόρων στην ελληνική αγορά εργασίας, εστιάζοντας στα ποσοστά των απασχολούμενων, των ανέργων και των οικονομικά μη ενεργών στην περίοδο 2008-2018. Τα δεδομένα αυτά παρουσιάζονται στο ακόλουθο γράφημα:

Διάγραμμα 1: Απασχόληση κατόχων διδακτορικού διπλώματος (2008-2018)

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, επεξεργασία ΕΒΕΟ-ΕΜΠ

Όπως φαίνεται από το Διάγραμμα 1, το ποσοστό απασχόλησης των διδακτόρων κινείται στην περιοχή του 80%, με εξαίρεση μια ασυνέχεια του 2013. Τα ποσοστά ανεργίας των κατόχων διδακτορικού διπλώματος αυξήθηκαν μεν την περίοδο 2012-2013, αλλά υποχώρησαν τα τελευταία χρόνια προσεγγίζοντας και πάλι τα προ κρίσης (2008) επίπεδά τους, στην περιοχή του 3%. Παρ’ όλ’ αυτά, υψηλό φαίνεται να είναι το ποσοστό μη οικονομικά ενεργών διδακτόρων το 2018 (18%), με τα ποσοστά της κατηγορίας να εμφανίζονται ιδιαίτερα αυξημένα από το 2013 και έπειτα. Επομένως, γενικά η απορρόφηση των διδακτόρων κινείται σε ικανοποιητικά επίπεδα, αλλά υπάρχουν ακόμα προβλήματα.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν όσοι επιθυμούν να εκπονήσουν διατριβή στην Ελλάδα όμως είναι η χρηματοδότηση της διατριβής. Για την εμπλοκή ενός υποψηφίου στην απαιτητική διαδικασία εκπόνησης μιας διατριβής, ο υποψήφιος θα πρέπει να είναι διατεθειμένος να αφιερώσει κάποια από τα πιο παραγωγικά του χρόνια, τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσε ενναλακτικά να τα επενδύσει στην επαγγελματική του εξέλιξη στην αγορά εργασίας. Συγκεκριμένα, το ΕΚΤ αναφέρει πως το 23,3% των αποφοίτων του 2019 αφιέρωσε 5 χρόνια για την εκπόνηση της διατριβής του, ενώ το αθροιστικό ποσοστό αναγορευμένων διδακτόρων που χρειάστηκε μεγαλύτερο διάστημα των 5 ετών για να ολοκληρώσει τη διατριβή του κινείται στο 50% του συνόλου των αποφοίτων. Συνεπώς, μπορεί κανείς να υποθέσει πως καθοριστικός παράγοντας για την ανάληψη μιας διατριβής είναι η χρηματοδότησή της, και τα δεδομένα του ΕΚΤ μαρτυρούν πως σε αυτόν τον τομέα η επίδοση της χώρας μας είναι απογοητευτική. Συγκεκριμένα, το 38,7% των νέων διδακτόρων του 2019 φαίνεται να βασίστηκε σε προσωπικές αποταμιεύσεις και στήριξη από την οικογένεια για να εκπονήσει τη διατριβή του. Αν μάλιστα συνεκτιμηθεί πως το 31,1% των αποφοίτων που βασίστηκε σε κάποια υποτροφία στην Ελλάδα εξασφάλιζε κατά μέσο όρο ένα μηνιαίο εισόδημα το οποίο προσεγγίζει τον βασικό μισθό (αν όχι και χαμηλότερο), τότε εύλογα μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα πως η ερευνητική σταδιοδρομία στην Ελλάδα δεν αποτελεί μια ελκυστική επένδυση και σίγουρα δεν βρίσκει την κατάλληλη στήριξη από την Πολιτεία. Μάλιστα, το ρυθμιστικό πλαίσιο εκπόνησης διατριβής στα ελληνικά ΑΕΙ υπαγορεύει πως ο υποψήφιος αναλαμβάνει την εκπόνηση της διατριβής του αμισθί, επομένως το ίδρυμα δεν είναι υποχρεωμένο να καλύψει οποιαδήποτε χρηματική του ανάγκη.

Μια βιώσιμη λύση στα παραπάνω ζητήματα χρηματοδότησης θα ήταν μια περισσότερο ενεργή συμμετοχή των επιχειρήσεων σε συνεργατικά πλαίσια εκπόνησης διατριβής, τα λεγόμενα βιομηχανικά διδακτορικά. Τέτοιες προσπάθειες σήμερα δεν μπορούν να υλοποιηθούν, καθώς απουσιάζει η τυπική δυνατότητα ακόμα και έμμεσης συμμετοχής μιας επιχείρησης –δημόσιας ή ιδιωτικής– στην εκπόνηση μιας διδακτορικής διατριβής (π.χ. παροχή αναλωσίμων, χρήση εργαστηριακού/βιομηχανικού εξοπλισμού ή/και εγκαταστάσεων της επιχείρησης κ.ά.). Αποτέλεσμα είναι οι ελάχιστες απόπειρες προς αυτήν την κατεύθυνση να υλοποιούνται άτυπα, κυρίως στο πλαίσιο διαπροσωπικών σχέσεων και χωρίς συστηματικότητα. Εξίσου αποτρεπτικά λειτουργεί η ατελής αυτονομία και το ασφυκτικό πλαίσιο λειτουργίας των ελληνικών ΑΕΙ που δυσκολεύουν μια τέτοια συνεργασία να αποκτήσει θεσμικά χαρακτηριστικά. Νομικές ασάφειες στο ζήτημα της πνευματικής ιδιοκτησίας και εμπορικής αξιοποίησης των αποτελεσμάτων της έρευνας προσθέτουν ένα ακόμη εμπόδιο σε τέτοιου είδους προσπάθειες. Μια σχετική πάντως πρωτοβουλία από το ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» σε συνεργασία με το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος εκτελείται ήδη από το 2017 και θα μπορούσε να αποτελέσει οδηγό και για άλλες παρόμοιες πρωτοβουλίες.

Συνεπώς, όταν η παγκόσμια κοινότητα αναγνωρίζει τη σημαντικότητα του γνωσιακού κεφαλαίου, η οποία ξεπερνά τα στενά πλαίσια της προσφοράς στην επιστήμη και επεκτείνεται στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, στη χώρα μας φαίνεται πως ακόμα επικρατούν κοντόφθαλμες αντιλήψεις που συνδέουν τις διδακτορικές σπουδές μόνο με το ακαδημαϊκό μονοπάτι. Επιπροσθέτως, η γενικευμένη απουσία κουλτούρας συνεργασίας μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, η εκπαιδευτική πολιτική και το ατελές θεσμικό περιβάλλον λειτουργίας συντηρούν το χάσμα μεταξύ ακαδημαϊκής και επιχειρηματικής κοινότητας και αναστέλλουν την ανάπτυξη συστηματικής συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεων και ερευνητικών φορέων για τη μεταφορά καινοτομικών επιτευγμάτων στην παραγωγική οικονομία.

Η χάραξη μιας εθνικής πολιτικής με στόχο την ενίσχυση προγραμμάτων διδακτορικών σπουδών αλλά και του συνεργατικού πλαισίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και επιχειρήσεων θα μπορούσε να συμβάλει στη δημιουργία καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού το οποίο βρίσκεται σε επαφή και εξελίσσεται παράλληλα με την αγορά εργασίας και έχει αναβαθμισμένες προοπτικές επαγγελματικής αποκατάστασης. Τα παραπάνω θα μπορούσαν να αποτελέσουν σημαντικά κίνητρα για την ανάσχεση του brain-drain, ώστε το εξειδικευμένο ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας μας να παραμένει εντός των συνόρων και να προσφέρει τις γνώσεις και τις δεξιότητές του στην ελληνική αγορά, δημιουργώντας συνθήκες ανάπτυξης για τη χώρα.

[1] European Commission (2016), She Figures 2015, Publications Office of the European Union, Luxembourg.

[2] OECD (2019), Education at a Glance 2019: OECD Indicators, OECD Publishing, Paris.

[3] ΕΚΤ, Στατιστικά στοιχεία για τους διδάκτορες που αποφοίτησαν από τα ελληνικά Α.Ε.Ι. το 2019, Αθήνα, 2020.

[4] Α. Τσακανίκας, Ε. Σιώκας, Π. Δήμας, Το ελληνικό περιβάλλον συνεργασίας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και επιχειρήσεων: Πρακτικές συνεργασίας μεταξύ ιδρυμάτων και επιχειρήσεων στο πλαίσιο μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών, Εργαστήριο Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (EBEO) ΕΜΠ, 2018.


* O Άγγελος Τσακανίκας είναι αναπληρωτής καθηγητής ΕΜΠ, διευθυντής του Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ)-ΕΜΠ και επιστ. υπεύθυνος του Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας του ΙΟΒΕ.

** Ο Πέτρος Δήμας είναι χημικός μηχανικός ΕΜΠ, κατέχει MSc στα Εφαρμοσμένα Οικονομικά και Χρηματοοικονομική Ανάλυση και είναι υπ. διδάκτωρ ΕΒΕΟ-ΕΜΠ.