Δυο βιβλία – που επαναφέρουν κεντρικά ζητήματα

 

Με δυο μέρες απόσταση, στον ίδιο φιλόξενο χώρο – το Polis Café, στο αίθριο του Αρσακείου/Συμβουλίου Επικρατείας – παρουσιάστηκαν δυο βιβλία. Τα οποία, με εντελώς διαφορετικό τρόπο, επαναφέρουν στην δημόσια συζήτηση κεντρικά ζητήματα. Ή, σωστότερα, ζητήματα που θάπρεπε να είναι εντελώς κεντρικής σημασίας για εκείνο που απομένει από «δημόσια συζήτηση» στην Ελλάδα του 2019…

Το πρώτο βιβλίο αποτελεί συλλογή από τα γραφόμενα του Σταύρου Τσακυράκη στην τελευταία δεκαετία της ζωής του, συνάμα της πολυτάραχης διαδρομής του στην κονίστρα της συζήτησης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία του λόγου, την πολιτική, την δικαιοσύνη. Ο συγκρατημένος και συνάμα ανυποχώρητος λόγος του Τσακυράκη – πρότυπο ανθρώπου που στάθηκε όρθιος επί Χούντας αλλά ποτέ δεν εξαργύρωσε – έγινε γνωστός σε ένα ευρύτερο κοινό με την αντιπαράθεσή του με την Πρόεδρου του Αρείου Πάγου Βασιλική Θάνου, η οποία στράφηκε με μήνυση για εξύβριση και δυσφήμιση εναντίον του, για επικριτικό σχόλιό του στην ιστοσελίδα του ως δικηγόρου και καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου. Όμως η παρουσία του Τσακυράκη στα δημόσια πράγματα πήγαινε πολύ-πολύ βαθύτερα, γι αυτό και ο τίτλος του βιβλίου του, «Δικαιοσύνη, η ουσία της πολιτικής» δίνει ακριβώς τον πυρήνα του δημόσιου λόγου του.

Διόλου τυχαία, προλόγισαν η Πρόεδρος του ΣτΕ Κατερίνα Σακελλαροπούλου και ο Καθηγητής Συνταγματικού Νίκος Αλιβιζάτος με ιδιαίτερα θερμά λόγια – αλλά και στην παρουσίαση του βιβλίου υπήρξε συγκινητική, ευρεία προσέλευση κόσμου που θέλησε να αποτίσει φόρο τιμής στον Τσακυράκη. Έναν πεισματικό πολέμιο της δαιμονοποίησης της αντίθετης άποψης και του οπαδικού διαχωρισμού των πολιτών σε στρατόπεδα. έναν εκφραστή του πολιτικού αριστερόστροφου φιλελευθερισμού, λογικής Αμερικανών liberals μιας παλιότερης εποχής. έναν σταθερό πολέμιο μιας λογικής της κοινωνίας ως πεδίου αντιπαράθεσης φίλων και εχθρών, συμμάχων και αντιπάλων κατά Καρλ Σμιτ.

Για τον Τσακυράκη, η φίμωση του έστω και αιρετικού λόγου καταργεί την έννοια της δημοκρατίας – απ’ αυτήν του την θέση προέκυψε π.χ. και η άποψη ότι «αν επιχειρήσαμε να απαγορεύσουμε κάθε έκφραση που έρχεται σε αντίθεση με τις ευαισθησίες κάθε πιστού οποιασδήποτε θρησκείας, θα διαπιστώσουμε ότι λίγες εκφράσεις θα απομείνουν ελεύθερες για δημόσια χρήση». Ενώ στα χρόνια της οικονομικής κρίσης (που ξεθεμελίωσε τα όποια στοιχεία συνοχής της Ελληνικής δημόσιας σφαίρας), η αυστηρότητα με την οποία μίλησε για το πόσο δύσκολο είναι «να αποβάλουμε την ιδέα ενός κράτους ανεξάντλητων παροχών και να συμφιλιωθούμε με την πραγματικότητα ενός κράτους περιορισμένων παροχών» – αυτό στην συγκυρία που τα ανώτατα δικαστήρια τάσσονταν υπέρ της λογικής του λεφτόδεντρου … – υπήρξε αφυπνιστική, αν μη πολύτιμη. Για όσους άκουσαν.

Η συγκίνηση που επικράτησε στην παρουσίαση του βιβλίου ήταν γνήσια, δικαιώνοντας την κατακλείδα της Κ. Σακελλαροπούλου «ο Σταύρος Τσακυράκης έδωσε νόημα στην ζωή του και φώτισε τις δικές μας».

Και το άλλο βιβλίο στο οποίο αναφερόμαστε αποτελεί σύνθεση κειμένων – το λέει άλλωστε και ο τίτλος του: «Πέντε Ομιλίες για το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων», από την γραφίδα, κυρίως όμως την δημόσια παρουσία, της Ρένας Δούρου. Η Ρένα κατέληξε να καταστεί κεντρική φιγούρα της δημόσιας συζήτησης/αντιπαράθεσης μέσα από την τραγωδία σε Μάνδρα και Μάτι (αφού πρώτα η εκλογή της το 2014 ως Περιφερειάρχη την είχε καταστήσει προπομπό της έλευσης του ΣΥΡΙΖΑ, ως «πρώτη φορά Αριστερά στην διακυβέρνηση») , όμως στην θητεία της μια από τις σημαντικές προσπάθειες που έκανε ήταν να αναδείξει τους κινδύνους από την κατάχωση της ιστορικής μνήμης, όπως στην περίπτωση του Ολοκαυτώματος. Που, γι αυτό έχει σημασία η έμφαση στον τίτλο, αφορούσε Έλληνες Εβραίους: ο τρόπος με τον οποίο η βεβήλωση μνημείων αλλά και η ανάδυση περιπτώσεων άρνησης της Shoah επανασυνδέεται με μια κάκιστη παράδοση αντισημιτισμού που δεν περιορίζεται σε έναν πολιτικό χώρο (τον συνήθη ακροδεξιό…), δείχνει την ανάγκη αφύπνισης στην Ελλάδα.

Εκείνο που η Δούρου προσπάθησε – ήδη από το 2015 – να αναδείξει είναι ότι η εποχή της «μετα-μνήμης», η «μετάδοση της σκυτάλης της διαπαιδάγωγησης, της ανάλυσης, της ευθύνης» έχει να κάνει με την βαθύτερη εναντίωση στην πρακτική της άγνοιας και του μίσους, αυτών που ανθούν στο έδαφος του αντισημιτισμού. Γι αυτό και η δίδυμη εισαγωγή στο βιβλίο – του Προέδρου του Ισραήλ Ρούβι Ρίβλιν, με την έμφαση στο «Ποτέ ξανά» και του Έλληνα Προέδρου Προκόπη Παυλόπουλου, με την επιμονή στην ανάγκη διαρκούς εγρήγορσης και στον κίνδυνο ρήξης του κοινωνικού ιστού – του δίνουν έναν ρόλο διαφορετικό. Της πεισματικής εναντίωσης στην κοινοτοπία του κακού, στο κλείσιμο των ματιών. Δύσκολα πράγματα…

Διόλου παράξενο που στην παρουσίαση αυτού του βιβλίου το κλίμα ήταν σαφώς πιο συννεφιασμένο.