Δυο προσεγγίσεις για την «επόμενη μέρα»

 

Η προσπάθεια να περιγραφεί, μετά την ΔΕΘ και με την δημόσια συζήτηση οριστικά εγκατεστημένη σε προεκλογικό κλίμα, κάτι που όλοι αναζητούν ως «επόμενη μέρα» απασχόλησε δυο χθεσινές διοργανώσεις με λίγα μέτρα απόσταση ανάμεσά τους στο κέντρο της Αθήνας.

Η πρώτη ήταν του Ινστιτούτου Δημοκρατίας Κ. Καραμανλής – του επίσημου μελετητικού κέντρου της Ν.Δ. – το οποίο, με το γενικό πρόσταγμα πλέον στον Γιάννη Μαστρογεωργίου, προσπαθεί να μετατραπεί περισσότερο σε κάτι σαν think tank και να ανοίξει την συζήτηση γύρω από θεματικές με πολιτικό ασφαλώς, αλλά και ευρύτερο, περιεχόμενο. Το ΙΔΚΚ, αυτήν την φορά, στο ξενοδοχείο ΑΜΑΛΙΑ, κάλεσε για τον «ρόλο των Θεσμών στην Αναπτυξιακή δυναμική». Η δεύτερη συζήτηση οργανωνόταν από τον e-kyklos του Βαγγέλη Βενιζέλου στο King George, αυτή με την στόχευση ευθύτερα πολιτική «Στον απόηχο της ΔΕΘ: η πορεία μέχρι τις εκλογές». πάντως και εδώ η προσέγγιση ήθελε να φέρει στην επιφάνεια αναλυτικά εργαλεία. Πιο συγκρατημένη η συμμετοχή στο ΙΔΚΚ, αγορά πλήθουσα στον e-kyklo, όμως ένα χαρακτηριστικό που θάπρεπε να απασχολήσει σοβαρά τους διοργανωτές παρόμοιων προσπαθειών είναι η μεγάλη ηλικία των περισσοτέρων απ’ όσους προσέρχονται – πολύ κοντά σ’ εκείνο που άκομψα ο Αλέξης Τσίπρας προδιέγραψε στην ΔΕΘ ως όριο που σε φέρνει σε αποχαιρετισμό του μάταιου τούτου κόσμου και – συνεπώς – ελάφρυνση του Ασφαλιστικού δια της απαλλαγής από την «προσωπική διαφορά»: τα 70. Ένα δεύτερο κοινό χαρακτηριστικό, που το καταθέτουμε λίγο απορημένα, είναι η περιορισμένη απήχηση – ακόμη και της Βενιζέλειας πρωτοβουλίας – στον μηντιακό μας κήπο. Λες και ένα είδος κορεσμού έχει επέλθει, όσο κι αν οι αναλύσεις έχουν ενδιαφέρον αφ’ εαυτών.

Επί της ουσίας , τώρα: στην διοργάνωση του ΙΔΚΚ, «βασιλιάς» υπήρξε το Why Nations Fail? των Robinson-Acemoglou, δηλαδή η προσέγγιση που θέλει την αδυναμία των θεσμών να εξηγεί την αποτυχία ορισμένων χωρών να περάσουν σε υψηλότερη πίστα ανάπτυξης. Ο Δημ. Βαγιανός, για παράδειγμα, έφερε στο προσκήνιο πάλι τις διάφορες μετρήσεις ανταγωνιστικότητας αλλά και αποτελεσματικότητας της Δημόσιας Διοίκησης στην Ελλάδα, για να καταδείξει της αυτοπαγίδευση σ’ έναν κύκλο υστέρησης. Ενώ δεν παρέλειψε να επισημάνει πόσο υπεραπλουστευτική είναι η άποψη πχ. ότι η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων οδηγεί στην αναποτελεσματικότητα: ενώ υπάρχουν χώρες χωρίς μονιμότητα (Αγγλία, ΗΠΑ) και με υψηλή αποτελεσματικότητα, δεν λείπουν κι εκείνες όπου η μονιμότητα συνδυάζεται και εκεί με λαμπρές επιδόσεις της Διοίκησης (Γερμανία, Γαλλία, Ιαπωνία). Η αξιοκρατία, τόσο στην πρόσληψη όσο και στην υπηρεσιακή εξέλιξη, είναι εκείνο που λείπει και δημιουργεί το πρόβλημα. Ή πάλιν η Μιράντα Ξαφά επανέφερε την παλιά αλλά πάντα επίκαιρη επισήμανση Στέφανου Μάνου ότι στην Ελλάδα υπάρχει μια εγγενής αντιπάθεια στις μετρήσεις: δεν μετράμε, γιατί δεν πολυ-θέλουμε να γνωρίζουμε! Από κει και πέρα, η ανάλυση της Μιράντας με κλασσική αναφορά στο πώς η υποταγή του Κράτους στο κόμμα, αλλά και η απουσία κινήτρων/αξιολόγησης εξηγεί (αλλά και διαιωνίζει) την υστέρηση στην Ελλάδα.

Περνώντας στην άλλη πλευρά της Πλατείας Συντάγματος και στην προσέγγιση της πορείας «μετά την ΔΕΘ» ο Γκίκας Χαρδούβελης έδωσε μιαν αρκετά επιφυλακτική εικόνα τόσο για την άμεση/βραχυπρόθεσμη προοπτική του 2019, όσο και για την μεσοπρόθεσμη: κύριος λόγος η κατατριβή με ζητήματα όπως η προσπάθεια ξορκισμού της μείωσης των συντάξεων, το παιχνίδι με υπερπλεονάσματα και αντίμετρα, την ώρα που η παραμονή της ανάπτυξης στο 2-2,5% (αντί ενός «απαραίτητου» 4%) κρατάει την προοπτική χαμηλά. Και που, πιο μακροπρόθεσμα, το ξέπνοο τραπεζικό σύστημα και η πάγια υπερφορολόγηση/ασφαλιστική επιβάρυνση διαψεύδουν τις προοπτικές επενδυτικής επανεκκίνησης.

Δεν απείχε και η ανάλυση του Νίκου Βέττα, ο οποίος μάλιστα έθεσε με ιδιαίτερο τρόπο την υπόθεση των προσδοκιών: όταν συνεχώς – όπως στην ΔΕΘ – τοποθετείται ο πήχης ψηλά, τότε κινδυνεύουν να χτιστούν στην κοινή γνώμη έντονες διαψεύσεις. Γι αυτόν, η επόμενη 10ετία θα έχει κάπου γύρω το 2% ανάπτυξη. Το πρόβλημα είναι, επιπρόσθετα, ότι οι βελτιώσεις που έχουν επιτευχθεί έως τώρα στην διεθνή ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας, στηρίχθηκαν στην συμπίεση του μοναδιαίου εργατικού κόστους και όχι σε βαθύτερες διαρθρωτικές αλλαγές: άμα λοιπόν το κόστος εργασίας ανακάμψει (και δεν μπορεί παρά να ανακάμψει), τότε θα κινδυνεύσει και πάλιν η εξωτερική ισορροπία. Συμπέρασμα: διαρθρωτικές αλλαγές που θα φέρουν αύξηση της παραγωγικότητας – αυτές όμως μόνον σε διακηρυκτικό ύφος υπάρχουν. Ακτίνα ελπίδας, όμως σε κάποιον ορίζοντα, η κατά Βέττα νομοτελειακή στροφή της ΕΕ προς την κατεύθυνση χρηματοδότησης επενδυτικών παρεμβάσεων στις χώρες της Περιφέρειας, πράγμα  που θα φέρει την απαραίτητη εισροή (πρόσθετων) πόρων για επένδυση.

Από εκεί και πέρα, Μιλτιάδης Νεκτάριος και Γ. Προκοπάκης καταπιάστηκαν με δυο τεχνικές, αλλά διόλου αμελητέες πτυχές προβληματισμού. Ο μεν Νεκτάριος στάθηκε τις βαθύτερες αποσταθεροποιητικές λειτουργίες του Ασφαλιστικού, ο δε Γ. Προκοπάκης στην απομυθοποίηση του cash buffer/ του «μαξιλαριού» των 24 δις που κινδυνεύει να λειτουργήσει ως αυταπάτη ασφαλείας και να φέρει την οικονομία σε κενό αέρος. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο Γ. Στρατόπουλος, επισημαίνοντας ότι εκείνοι οι δείκτες που δείχνουν βελτίωση αφορούν το παρελθόν, ενώ όσοι στρέφονται προς το μέλλον (spreads/αποδόσεις ομολόγων, Χρηματιστήριο) προβληματίζουν.

Στηριζόμενος σε αυτές τις αναλύσεις, ο Βαγγέλης Βενιζέλος κατέθεσε την – όχι απροσδόκητη – άποψη ότι ακόμη περισσότερο απ’ όσο τώρα, το πρόβλημα για την «επόμενη μέρα» είναι και θα παραμείνει πολιτικό. Για να καταλήξει όμως και στην λειτουργική διαπίστωση ότι θα χρειαστεί οπωσδήποτε μια επαναδιαπραγμάτευση του πλαισίου που έχει τεθεί με τους δανειστές για την μελλοντική ανάπτυξη. Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι για να έχει πιθανότητες επιτυχίας μια τέτοια προσπάθεια θα χρειαστεί πρώτα να ανακτηθεί ένα κεφάλαιο εμπιστοσύνης προς τους δανειστές, και ύστερα να ανοίξει η οποιαδήποτε προοπτική δημοσιονομικού χώρου.

Ανήφορος, όπως και να το δει κανείς!