Οικονομική Επιθεώρηση, Σεπτέμβριος 2020, τ. 998

από τον Τhe Economist

Δύσκολα ερωτήματα

Όσο οι επιστήμονες επισπεύδουν την ανάπτυξη εμβολίων για την Covid-19, οι κυβερνήσεις πρέπει να δουν πόσα θα δαπανήσουν γι’ αυτά και πώς θα τα διανείμουν

 

Αργά αλλά σταθερά γίνεται φανερό το οικονομικό κόστος της πανδημίας της Covid-19. Στις 30 Ιουλίου η στατιστική υπηρεσία των ΗΠΑ αποκάλυψε ότι το δεύτερο 3μηνο η αμερικανική οικονομία είχε συρρικνωθεί κατά 9,5% σε ετήσια βάση. Στην Ευρωζώνη, η υποχώρηση ήταν ακόμη ισχυρότερη. Ακόμη και η Νότια Κορέα –που διαχειρίστηκε τον κορονοϊό καλύτερα από οποιαδήποτε σχεδόν άλλη χώρα– δεν γλίτωσε μια βαθιά ύφεση.

Ένα εμβόλιο θα βοηθούσε να τερματισθεί το οικονομικό χάος. Οι επιστήμονες και οι φαρμακευτικές εταιρείες προσήλθαν άμεσα στην πρόκληση αυτή. Πάνω από 150 εμβόλια βρίσκονται υπό ανάπτυξη διεθνώς, με 6 να βρίσκονται σε τελική φάση κλινικών μελετών σε μεγάλους πληθυσμούς. Για την προσπάθεια εμβολιασμού εναντίον της ηπατίτιδας Β (την ασθένεια για την οποία είχαν αναπτυχθεί τα περισσότερα υποψήφια εμβόλια) χρειάστηκαν δεκαετίες προκειμένου να επιτευχθεί η πρόοδος την οποία τα βήματα εναντίον της Covid-19 εξασφάλισαν μέσα σε μερικούς μήνες. Το υγειονομικό και το οικονομικό κόστος της πανδημίας είναι τόσο μεγάλο, ώστε την ώρα που οι επιστήμονες εργάζονται και κοπιάζουν ερευνητικά οι υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής οφείλουν να έρθουν αντιμέτωποι με δύο ερωτήματα: πόσα θα πρέπει να δαπανηθούν για τα εμβόλια, ώστε να εξασφαλισθεί η παραγωγή τους στις αναγκαίες ποσότητες και πώς θα εξασφαλισθεί η δίκαια διανομή τους;

Μέχρι τις αρχές Αυγούστου οι κυβερνήσεις είχαν επενδύσει πάνω από 10 δισ. δολάρια σε εμβόλια για την Covid-19, ενώ είχαν προβεί σε προαγορές για περίπου 4 δισεκατομμύρια δόσεις εμβολίων (μολονότι οι λεπτομέρειες για τις σχετικές συμφωνίες είναι αρκετά ασαφείς). Καθώς τα εμβόλια μπορεί να χρειασθούν χορήγηση σε δύο δόσεις, θεωρητικά αυτές οι ποσότητες θα μπορούσαν να εμβολιάσουν τους πλέον ευάλωτους ανθρώπους ανά την υφήλιο. Στην πράξη, όμως, η αποτελεσματικότητά τους δεν είναι καθόλου εξασφαλισμένη: μεγάλο μέρος των προμηθειών μπορεί να αποδειχθεί άχρηστο. Ένα τυπικό εμβόλιο, που βρίσκεται στην τελική φάση δοκιμών, εμφανίζει πιθανότητα αποτυχίας περί το 20%. Ορισμένα από τα σημερινά υποψήφια εμβόλια για την Covid-19 βασίζονται σε καινοτόμες τεχνολογίες, οπότε το ποσοστό αστοχιών κινδυνεύει να είναι υψηλότερο. Αυτός είναι ο λόγος που οι πλούσιες χώρες στηρίζουν διάφορες προσπάθειες, με συμφωνίες να υπογράφονται κάθε λίγες μέρες (βλ. Διάγραμμα 1).

Με τον ορμητικό ανταγωνισμό ώστε οι ΗΠΑ και η Ευρώπη να προσπεράσουν στην ουρά, υπάρχει το ενδεχόμενο υστέρησης των προμηθειών σε άλλες χώρες – και τούτο για αρκετό καιρό. Η Ιαπωνία έχει κανονίσει να αγοράσει αρκετά εμβόλια, αλλά μόνο για μία δόση/άτομο, σύμφωνα με την Goldman Sachs (βλ. Διάγραμμα 2). Κατά μέσο όρο, οι αναδυόμενες αγορές έχουν εξασφαλίσει εμβόλια που αρκούν για την κάλυψη λιγότερου από το 1/3 των πολιτών τους.

Η GAVI, συλλογική οργάνωση που χρηματοδοτεί την αγορά εμβολίων για φτωχές χώρες, έχει δημιουργήσει την COVAX ως μηχανισμό προμηθειών για πολλούς υποψήφιους για την αγορά εμβολίων που βρίσκονται στα τελικά στάδια δοκιμών. Υπόσχεται στους συμμετέχοντες δόσεις αποτελεσματικών εμβολίων για μέχρι και 20% του πληθυσμού τους μέχρι το τέλος του 2021, με τις πλούσιες χώρες να πληρώνουν για τις δικές τους προμήθειες αλλά και να συμμετέχουν στην κάλυψη του κόστους των φτωχότερων. Περί τις 80 χώρες υψηλού και μέσου εισοδηματικού επιπέδου έχουν δηλώσει προθυμία να προσέλθουν στο σχήμα – μένει όμως να δούμε πόσες θα βάλουν και χρήματα στο τραπέζι: πρέπει εντός μηνός να πληρώσουν το πρώτο 15% του κόστους των εμβολίων που ζητούν.

Οι φαρμακευτικές εταιρείες μπορεί να χρειαστεί να καταβάλουν υπερπροσπάθεια ώστε να ανταποκριθούν ακόμη και στις υποχρεώσεις που έχουν ήδη αναλάβει – ακόμη περισσότερο για να ανταποκριθούν ικανοποιητικά στις ανάγκες του υπόλοιπου κόσμου. Για μερικά είδη εμβολίων, είναι εφικτός ο επαναπρογραμματισμός εγκατεστημένου βιομηχανικού δυναμικού· για άλλα όμως, θα χρειαστεί η κατασκευή νέου δυναμικού. Παρόμοιες παραγωγικές εγκαταστάσεις θα έχουν κόστος μέχρι μισό δισ. δολάρια η καθεμιά, ενώ συνήθως απαιτούν 3 χρόνια για να δημιουργηθούν και να λειτουργήσουν κανονικά.

Οι εταιρείες, κανονικά, δημιουργούν παραγωγική εγκατάσταση αφότου ένα εμβόλιο έχει λάβει έγκριση από τις ρυθμιστικές αρχές. Οι τωρινές όμως συνθήκες μόνο κανονικές δεν είναι. Προκειμένου να επιταχύνουν, ορισμένες εταιρείες έχουν ήδη ξεκινήσει μαζική παραγωγή εμβολίων, κι ας βρίσκονται αυτά ακόμη σε φάση κλινικών δοκιμών. Μπορεί οι εταιρείες να έχουν υποσχεθεί 4 δισ. εκατομμύρια δόσεις, όμως κάποια από τα εμβόλιά τους μπορεί να μην εγκριθούν τελικά – και όσα έχουν παραχθεί θα χρειαστεί να πεταχτούν. Πολλοί εμπειρογνώμονες φρονούν ότι οι προμήθειες φιαλιδίων και συριγγών μπορεί επίσης να λειτουργήσουν περιοριστικά. Ως προς το ύψος των διαθέσιμων προμηθειών εμβολίων παγκοσμίως, θεωρούν πιο ρεαλιστική την εκτίμηση για περί τα 2 εκατ. δόσεις για το τέλος του 2021.

Ένας τέτοιος αριθμός με τίποτε δεν θα αρκούσε για να καλυφθούν οι ανάγκες σε παγκόσμιο επίπεδο – οπότε εύκολα μπορεί να φαντασθεί κανείς αντιπαραθέσεις μόλις καταστούν διαθέσιμα αποτελεσματικά εμβόλια. Η εμπειρία από προηγούμενες πανδημίες μόνον ενθαρρυντική δεν είναι: κατά τη διάρκεια της Η1Ν1 (γρίπης των χοίρων), οι πλούσιες χώρες δημιούργησαν το 2009-10 στενότητα προμηθειών του σχετικού εμβολίου. Μόνον αφού εξασφάλισαν πρώτα μεγαλύτερες από τις αναγκαίες για τις ίδιες ποσότητες πρόσφεραν κάποια εμβόλια και στις φτωχές χώρες. Μέχρι τότε, όμως, η αρρώστια είχε εξαπλωθεί σε όλο τον πλανήτη και η φάση πανδημίας είχε τερματισθεί…

Όμως, και στις αρχές της πανδημίας της Covid-19 η παγκόσμια συνεργασία δεν άργησε να καταρρεύσει. Μέχρι τα τέλη Απριλίου σε 80 χώρες ή σύνολα περιοχών είχαν επιβληθεί περιορισμοί εξαγωγών: οι κυβερνήσεις έδειξαν υπερπροθυμία να αποθεματοποιήσουν αντισηπτικά, προσωπικό προστατευτικό εξοπλισμό, καθώς και θερμόμετρα. Υπήρξαν μάλιστα και χώρες οι οποίες κατέσχεσαν παρτίδες που έτυχε να περνούν από το έδαφός τους.

Προσπαθώντας να απομακρύνει τον φόβο παρόμοιων συμπεριφορών, η CEPI (οργάνωση συντονισμού φιλανθρωπικών οργανισμών και κυβερνήσεων), που ήδη έχει χρηματοδοτήσει την αρχική ανάπτυξη των περισσότερων υποσχόμενων εμβολίων για την Covid-19, οργάνωσε τη βιομηχανική τους παραγωγή σε διάφορες ηπείρους. Ανάλογη μεθόδευση επέλεξαν και ορισμένες φαρμακευτικές εταιρείες.

Αλλά και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προσπαθεί από πλευράς του να αποτρέψει την πολιτική χρήση των εμβολίων. Έχει καταρτίσει οδηγίες για το πώς θα πρέπει να διανέμονται οι προμήθειες ώστε να σώζονται οι περισσότερες ζωές, να προστατεύονται τα πλέον ευάλωτα συστήματα υγείας και να επιταχύνεται η επέλευση του τέλους της πανδημίας. Οι πρώτες δόσεις εμβολίων θα πρέπει συνεπώς να κατευθύνονται στους επαγγελματίες της υγείας και περίθαλψης, το επόμενο τμήμα στο 20% των ανθρώπων που, σε κάθε χώρα, θα έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να πεθάνουν άμα νοσήσουν από Covid-19. Οι υπόλοιπες διαθέσιμες δόσεις θα πρέπει να πάνε στους τόπους με την μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης μεγάλου πλήθους κρουσμάτων. Η COVAX έχει προσχωρήσει σε αυτές τις αρχές, όμως δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι επιμέρους χώρες θα τις σέβονται στις διμερείς συμφωνίες που θα συνάπτουν με φαρμακευτικές εταιρείες αντί ακολουθούν μια λογική ίδιου συμφέροντος.

Περιορισμένες είναι οι πιθανότητες να δούμε την Αμερική, την Κίνα ή τη Ρωσία, μεταξύ άλλων, να επιτρέπουν την εξαγωγή εμβολίων παρασκευαζόμενων στο έδαφός τους προτού γίνουν διαθέσιμες αρκετές δόσεις για τους δικούς τους πολίτες. Όμως, η παραγωγή και διανομή εμβολίων κινητοποιεί μια πολύπλοκη παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα πρώτων υλών, πρόσθετων ενισχυτικών ουσιών, φιαλιδίων κ.ο.κ. Στη χειρότερη περίπτωση, οι χώρες στις οποίες δεν θα διατίθενται αρκετά εμβόλια θα μπορούσαν να απαγορεύσουν την εξαγωγή παρόμοιων εισροών προς τις χώρες τελικής παραγωγής. Έτσι, θα χάσουν όλοι.

Συνεπώς, φαίνεται αναπόδραστο ένα παγκόσμιο φαινόμενο ανταγωνισμού. Ένας τρόπος αντιμετώπισης θα ήταν να δαπανηθούν περισσότερα κεφάλαια. Οικονομολόγοι επιχειρηματολογούν ότι οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να συνεισφέρουν περισσότερα για την επιτάχυνση της παραγωγής και της διανομής εμβολίων. Διαφορετικές ομάδες ερευνητών έχουν υπολογίσει ότι, παγκοσμίως, θα χρειάζονταν να επενδυθούν περί τα 100 δισ. δολάρια, ώστε να υπάρξουν σύντομα πολλά εμβόλια διαθέσιμα – και τούτο σε επαρκείς ποσότητες.

Ένα τέτοιο ποσό θα ήταν δεκαπλάσιο απ’ όσα έχουν ήδη δαπανηθεί. Όμως, άμα το ίδιο αυτό ποσό συγκριθεί με την απώλεια προϊόντος, ή και με τα 7 τρισ. δολάρια που έχουν ήδη δαπανηθεί για την τόνωση της παγκόσμιας οικονομίας, πρόκειται για ελάχιστη δαπάνη.