Εγκατάσταση σε μια μετέωρη κατάσταση

Το καλοκαίρι του 2021 φέρνει όλο και περισσότερες αβεβαιότητες δίπλα στις προσδοκίες

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Έτυχε, τις μέρες αυτές και με δεδομένη τη συνολική συγκυρία στην οποία ζούμε, να ξαναδιαβάσουμε παλιότερη τοποθέτηση του Θόδωρου Παπαλεξόπουλου σ’ αυτές τις σελίδες. Μάρτιο του 2015, υπό αληθινά ταραγμένες συνθήκες, έλεγε: «Θα αρχίσω με μιαν οξύμωρη δήλωση. Στον 21ο αιώνα δεν νοείται να μην έχεις αριστερές αντιλήψεις για τα κοινωνικά θέματα, δεξιές για την οικονομία και τον ανταγωνισμό και φιλελεύθερες για τα θεσμικά». Αφήνοντας κατά μέρος τα περί δεξιών και αριστερών αντιλήψεων (οι έννοιες έχουν λειοτριβηθεί ακόμη περισσότερο, ειδικά τώρα με την επιπρόσθετη κρίση του κορονοϊού), η τοποθέτηση Παπαλεξόπουλου αποτελεί πολύτιμο εργαλείο προκειμένου να αναμετρηθεί κανείς με το πώς επιχειρείται να αντιμετωπισθεί η συνεχιζόμενη (μάλιστα εντεινόμενη…) απειλή της πανδημίας του κορονοϊού, με τη διάδοση/επικράτηση της (μεταδοτικότερης) μετάλλαξης Δέλτα, να δούμε και τη Λάμδα ή την Έψιλον.

Αναφερόμαστε στο πώς, μεσοκαλόκαιρα, εξελίχθηκε η δημόσια συζήτηση υπό την πίεση νομοθέτησης για την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού, με κατάληξη στην αναστολή χωρίς αποδοχές ή και την απόλυση για όσους δεν «πείθονται» να προσέλθουν στον εμβολιασμό. Αυτό ήδη στον χώρο των υγειονομικών και της φροντίδας ατόμων με ανάγκη προστασίας, όμως και με τον χώρο της εκπαίδευσης να ακολουθεί κατά τα φαινόμενα: τα σχολεία ανοίγουν αρχές Σεπτεμβρίου, τα Πανεπιστήμια τον Οκτώβριο, ενώ η εστίαση και η αναψυχή, ίσως και οι συγκοινωνίες –στην Ελλάδα του καλοκαιριού αυτό…– ακολουθούν με τον διαχωρισμό περιβάλλοντος σε αμιγώς για εμβολιασμένους/δυσμενέστερο για ανεμβολίαστους.

Η αλήθεια είναι ότι φθάσαμε στην Ελλάδα στα μέσα Ιουλίου, παρά μιαν ικανοποιητικά οργανωμένη εμβολιαστική εκστρατεία, με κάτι σαν 4,5 εκατομμύρια πλήρως εμβολιασμένων (ένα 42% του πληθυσμού, οριακά καλύτερα από τον μέσο όρο ΕΕ). Η προσδοκία είναι να πατηθούν τα 5,5 εκατομμύρια πλήρως εμβολιασμένων τον Αύγουστο. Η εικόνα αυτή κάνει το αίτημα του υποχρεωτικού εμβολιασμού να εντείνεται σε μια ευρύτερη, ως φαίνεται, κοινή γνώμη. Και σ’ αυτό η κυβέρνηση θεωρεί ότι προσέρχεται νομοθετώντας σταδιακά την άμεση και έμμεση υποχρεωτικότητα (όχι μόνη αυτή: ακόμη ζωηρότερη η επιλογή Μακρόν, ενώ π.χ. η στάση Μέρκελ είναι πιο διστακτική, έχουν βλέπετε και εκλογές τον Σεπτέμβριο…).

Εκείνο όμως που διδάσκει η τοποθέτηση Παπαλεξόπουλου (του 2015, είν’ αλήθεια) είναι ότι όσο κι αν η οικονομική λογική και η αναζήτηση της αποτελεσματικότητας δείχνει προς μια κατεύθυνση, η κοινωνική διάσταση/η ανάγκη του να διατηρηθεί η κοινωνική συνοχή δεν είναι διόλου σοφό να αγνοείται – ενώ στη λειτουργία των θεσμών, στο «πώς» επιβάλλεται κάτι νομοθετικά και τι συνεπάγεται ως κύρωση η επιβολή, δεν είναι –αντιστοίχως– σοφό να απομακρύνεται από τον (πολιτικό) φιλελευθερισμό. Αλλιώς… οι στιβαρές επιλογές είναι αμφίβολο αν θα φέρουν αποτέλεσμα (εν προκειμένω: ποσοστά εμβολιαστικής κάλυψης 60-75%, αν μη 85% για ανοσία αγέλης) και μετά μένεις με μόνη τη στιβαρότητα!

Περιδιάβαση στην κινούμενη άμμο της οικονομίας, καλοκαιριάτικα…

Δεν είναι εύκολο να το συνηθίσει κανείς, όμως έτσι –σε συνθήκες κινούμενης άμμου– θα ζήσουμε για αρκετό καιρό πλέον όσο το «τέταρτο κύμα» του κορονοϊού θα περνάει πάνω από τη μια χώρα μετά την άλλη. Ανεξαρτήτως του πώς θα βαφτίζεται, ανεξαρτήτως του τι θα φέρνει ως μέτρα ανάγκης. Χαρακτηριστικό: η Γερμανία, που είχε την πιο χαλαρή στάση, καθιερώνει (μέσα Ιουλίου) ήπια καραντίνα και τεστ για όσους κατοίκους της χώρας επιστρέφουν από διακοπές σε αμφιλεγόμενες χώρες/περιοχές· και τούτο, την ώρα που ο μεσογειακός τουρισμός έπαιρνε μιαν ανάσα από την προηγηθείσα βρετανική χαλάρωση. Βέβαια, στο β΄ 15θήμερο του Ιουλίου μπήκαμε με τη Μύκονο στο κόκκινο, με απαγορεύσεις κυκλοφορίας και όλα τα συναφή. Δύσκολη υπόθεση συνεπώς η πρόβλεψη για το τι θα μείνει πίσω από την τουριστική σεζόν· δύσκολη για τους ανθρώπους του κλάδου, ασχέτως των τοποθετήσεων των αρμοδίων της πολιτικής: ο Χάρης Θεοχάρης προέβλεπε λαμπρές προοπτικές 2021, ώρες προτού η Μύκονος κοκκινίσει.

Όμως το ίδιο, ή και ισχυρότερο, στοιχείο αβεβαιότητας προκύπτει όλο και πιο έντονα στα θέματα της οικονομίας. Όπου η διεθνής ανάκαμψη –ισχυρότερη στην Κίνα ή και τις ΗΠΑ– με πιθανό ένα 7% σε άνοδο του ΑΕΠ το 2021, όμως ανώτερη των αρχικών προσδοκιών· στην ΕΕ ένα 3,4% – είχε ανάψει και σ’ εμάς προσδοκίες.

Στο (25ο) Στρογγυλό Τραπέζι του Economist για την ελληνική οικονομία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε λόγο για 4,3% ρυθμό ανάπτυξης για το 2021, με 6% σε ορίζοντα 2022. Πιο προσεκτικός, ο (υπουργός Οικονομικών, άρα με συμμετοχή στο Eurogroup και το Ecofin) Χρήστος Σταϊκούρας είχε παραμείνει στο επίσημο 3,6% για φέτος, με 6% για το 2022 – ό,τι δηλαδή είχε αποτελέσει και τη βάση του Προϋπολογισμού 2021. Με αυτή την πρόβλεψη συμφώνησε (θεωρώντας τη «ρεαλιστική») και ο Κλάους Ρέγκλινγκ, ως γενικός διευθυντής του ESM, του βασικού δανειστή της Ελλάδας.

Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει σταθεί στο 4,2% για φέτος, με αύξηση σε 5,3% για το 2022. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο των Εαρινών Προβλέψεών της, μας έχει στο 4,1% για φέτος, ενώ αναπροσάρμοσε ανοδικά στο 6% την προοπτική 2022. Το ΔΝΤ, πιο συντηρητικά, μας κατέγραφε (στο πλαίσιο των τακτικών διαβουλεύσεων του άρθρου IV) στο 3,3% για φέτος, ενώ η δική του αναπροσαρμογή για το 2022 ήταν κι αυτή ανοδική αλλά φθάνει μόνον έως το 5,4%. Όσο για το ΙΟΒΕ, ναι μεν εμφάνισε βασικό σενάριο με 5-5,5% ανάπτυξη για φέτος, όμως φρόντισε να έχει και εναλλακτική ενός 2,5-3% για περίπτωση δυσμενών εξελίξεων: πρόγνωση Μυκόνου;

…και οι προσδοκίες για επενδυτική επανεκκίνηση

Προκειμένου οι προσδοκίες για ουσιαστική επανεκκίνηση της οικονομίας να υλοποιηθούν, πέρα από τη σταθεροποίηση της υγειονομικής κατάστασης εκείνο που θα χρειαστεί η Ελλάδα του β΄ 6μήνου 2021 και του 2022 είναι μια σοβαρή επενδυτική δραστηριοποίηση. Για τον Κ. Μητσοτάκη, οι επενδύσεις στην Ελλάδα θα πάνε στο 13% του ΑΕΠ το 2021, στο 15% το 2022. Η έγκριση –παρά κάποιες επιφυλάξεις– από τις Βρυξέλλες και το Ecofin του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης, με αναμενόμενους πόρους 7+ δισ. ευρώ στο υπόλοιπο του έτους είναι ένα πρώτο θετικό στοιχείο. Η καταγραφή προθέσεων στελεχών πολυεθνικών για την ελκυστικότητα της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού σήμερα (από το Attractiveness Survey της E&Y, που παρουσιάστηκε στο InvestGr Forum), με τη χώρα στην 8η θέση προτιμήσεων, λειτουργεί επίσης θετικά. Μάλιστα, ένα 75% των ερωτώμενων αναμένει βελτίωση στην Ελλάδα μέσα στην επόμενη 3ετία, έναντι 62% για το σύνολο ΕΕ.

Όμως πιο σημαντική είναι η πορεία συγκεκριμένων επενδυτικών σχεδίων. Έτσι, το γεγονός ότι ξεκίνησε –παρόλα τα προβλήματα μιας αργόσυρτης διαδικασίας που διήρκεσε πάνω από 10 χρόνια– η υλοποίηση της εμβληματικής ανάπλασης/αξιοποίησης του Ελληνικού, με προκαταβολές και εγγυητικές να κατατίθενται, έχει τη δική της σημασία. Και μάλιστα ότι προχώρησε παρά το γεγονός ότι η διάσταση του Καζίνο/Mohegan δείχνει να έχει μπλοκάρει. Αντισταθμιστικά, όμως, η ζήτηση για κατοικίες –με προπωλήσεις 400 εκατ. ευρώ, ήδη– έκανε τη Lamda Development και όσους την ακολουθούν να πάρουν το ρίσκο. Αντίστοιχα, η επί χρόνια προβληματική υπόθεση των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά κατέληξε σε επιλογή της προσφοράς της Milina Entreprises Ltd του (σημαντικού, 13oυ στη Lloyd’s List) εφοπλιστή Γιώργου Προκοπίου: εδώ, πολύ πιο σημαντικό από το συνολικό τίμημα της εξαγοράς των 62,5 εκατ. ευρώ είναι η κυρίως επένδυση –εκατοντάδων εκατομμυρίων– που θα καταστήσει τα Ναυπηγεία λειτουργικά.

Ωστόσο, και στις δύο αυτές εμβληματικές περιπτώσεις εκείνο που ενδιαφέρει τώρα είναι η συνέχεια. Θα προχωρήσει, και πώς, το Ελληνικό; Για την ώρα μένουμε με την εικόνα του Marina Tower των 45 ορόφων/200 μέτρων: κάποιοι τον θεωρούν τοπόσημο, ή τον καταγράφουν ως «πράσινο ουρανοξύστη»· άλλοι όμως τον βλέπουν ως μια (ακόμη) αλλοίωση του αττικού τοπίου. Αντίστοιχα, θα εξασφαλίσει η Milina τη ναυπηγοεπισκευαστική τεχνογνωσία –όχι απλώς τα κεφάλαια– ώστε να λειτουργήσουν τα ιστορικά Ελληνικά Ναυπηγεία μνήμης Νιάρχου; Θα συνδυαστεί αυτή η λειτουργία με το ναυπηγικό πρόγραμμα π.χ. των φρεγατών και με τι όρους; Θα υπάρξει πραγματική απασχόληση, ή μήπως εργολαβίες κατά μια δυσάρεστα διαδεδομένη πλέον πρακτική;