ΕλληνοΤουρκικά μέσω «Ευρώπης»: τι έχει απομείνει; (Α)

 

Ενώ μέρα-μέρα ανεβαίνει και πάλιν η πίεση στα ΕλληνοΤουρκικά, ενώ η Τουρκία συνολικά δείχνει να παρασύρεται σε αυτοπροκαλούμενη δίνη στην Ανατολική Μεσόγειο (οι δηλώσεις Μεράλ Ακσενέρ, του «Καλού Κόμματος»/Iyi Parti, που πλαγιοκοπεί από Κεμαλική αλλά και υπερεθνικιστική ταυτόχρονα πλευρά την κυριαρχία Ερντογάν, για ενδεχόμενη νέα εισβολή στην Κύπρο απλώς δείχνουν το πόσο μακριά έχει πάει το κλίμα στην τουρκική κοινή γνώμη με τις κινήσεις στο μέτωπο των υδρογονανθράκων), μια συζήτηση που οργανώθηκε στην Αθήνα από τον e-kyklo του Βαγγέλη Βενιζέλου και το Ίδρυμα Hans Seidel (του CSU): ενδιαφέρον το συναπάντημα) επεχείρησε να προσεγγίσει το πλέγμα σχέσεων Ευρώπης-Τουρκίας ως ευρύτερη  περιβάλλουσα της συζήτησης («Οι σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας: Αδιέξοδο ή Προοπτική;»).

Μολονότι ασφαλώς εκείνο που ενδιαφέρει είναι το «ξεφύλλισμα» των Ελληνικών προσεγγίσεων, είναι ήδη χρήσιμο να έχει δει κανείς τις αντίστοιχες των Γερμανών – ακόμη κι αν δεν συμφωνεί με την ατάκα «Ευρώπη, σήμερα, είναι η Γερμανία». Λοιπόν: ο Ludwig Schulz, Ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου έκανε την απαραίτητη ιστορική αναδρομή που πηγαίνει 3 αιώνες πίσω, στις σχέσεις της Πρωσσίας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία οι οποίες εγκατέστησαν και οικονομικές επιρροές (αρκεί να σκεφθεί κανείς την δημιουργία υποδομής μεταφορών/δημοσίων έργων ήδη τον 19ο αιώνα) αλλά και αυτοματισμούς συνεργασίας (που έφεραν την ευθυγράμμιση στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο). Η νέα εποχή στις σχέσεις Τουρκίας -Γερμανίας που ξεκινά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έχει από την μια πλευρά την συνεργασία στα πλαίσια του ΝΑΤΟ/του Δυτικού στρατοπέδου, από την άλλη όμως το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα Τούρκων στην Γερμανία τα χρόνια της μεταπολεμικής ανάπτυξης, κύμα που κάνει τους Τούρκους την μεγαλύτερη ομάδα ξένων στην σημερινή Γερμανία (από τους οποίους, όμως πολλοί με διπλή ιθαγένεια). Η σχέση/προσδοκία συμμετοχής της Τουρκίας στην ΕΟΚ ξεκινά με την Συμφωνία Σύνδεσης την δεκαετία του ΄60. Οπότε πιο πρόσφατες σχέσεις, όπως η διαχείριση του Προσφυγικού/Μεταναστευτικού – θέματος, η οποία έπαιξε ρόλο στις εκλογικές διαδικασίες και στις δυο χώρες… – και γενικά η «μεταφορά» θεμάτων εσωτερικής πολιτικής (υπόθεση των τζαμιών σε Γερμανία, προεκλογική εκστρατεία Ερντογάν) δημιουργεί μια συνεχώς ζωντανή, πλην δύσκολη σχέση.

Ο Johannes Singhammer, Αντιπρόεδρος της Bundestag, χτίζοντας επάνω στα στοιχεία που κατέθεσε ο L. Schulz επέμεινε κι αυτός στο τι σημαίνει το γεγονός των 3.000.000 Τούρκων που ζουν στην Γερμανία (ένα όχι ευκαταφρόνητο μέρος τους είναι και ψηφοφόροι, αλλά και με δράση στην πολιτική σκηνή), ή πάλι του ότι για την Γερμανία η Τουρκία είναι ο δεύτερος εμπορικός εταίρος. Οπότε, θέσεις όπως του Επιτρόπου Hahn της ΕΕ, αρμοδίου για την διεύρυνση, ότι «θα ήταν πιο τίμιο ΕΕ και Τουρκία να αναζητήσουν μια νέα κατεύθυνση και να τερματίσουν τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις», ή πάλι του Μάνφρεντ Βέμπερ του ΕΛΚ στο Ευρωκοινοβούλιο ότι «δεν υπάρχει καμιά περίπτωση ένταξης», λειτουργούν με δυσκολία και φέρνουν νέα γενιά προβλημάτων. Άμα εδώ προστεθεί η φάση οικονομικής κρίσης που περνά η Τουρκία (και οι προσδοκίες στήριξης από την Γερμανία ειδικότερα), η εικόνα βαραίνει ακόμη περισσότερο.

Εκείνο που υπήρξε πολύ διαφωτιστικό στην τοποθέτηση Singhammer ήταν η παρατήρηση ότι, στον νου του μέσου Γερμανού, η εικόνα/περίπτωση της Τουρκίας πολύ συχνά αντιμετωπίζεται και προσεγγίζεται σαν ένα ενιαίο σύνολο με εκείνην της Ελλάδας. Η υπόθεση του Προσφυγικού/Μεταναστευτικού έχει ενισχύσει την διάσταση αυτή, ενώ η επιδείνωση των σχέσεων Τουρκίας με χώρες όπως η Αίγυπτος και το Ισραήλ εντάσσεται σε ανάλογο πλάνο. Για την Γερμανία – και για το πολιτικό σύστημα, και για την ευρύτερη κοινή γνώμη – τα θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θρησκευτικής ελευθερίας, ακόμη και τρομοκρατίας στο βάθος (εδώ ας προσεχθεί η πρόσφατη διατύπωση επιφυλάξεων για τα ταξίδια στην Τουρκία) έχουν σοβαρή λειτουργία, οπότε η προοπτική για σχέσεις της Ευρώπης συνολικά με την Αγκυρα είναι «ρεαλιστικά συγκρατημένη». Ενώ αιχμές όπως η αναγνώριση της Αμερικανικής Γενοκτονίας από το Bundestag φέρνει πρόσθετη ψύχρανση.

Συνολικά, σήμερα οι ανάγκες της Τουρκίας – και μάλιστα οι οικονομικές –, οι ανάγκες της Ευρώπης – από το Προσφυγικό ή την συνεργασία στα θέματα τρομοκρατίας – οι ευκαιρίες οικονομικής συνεργασίας – τα μεγάλα έργα σε εξέλιξη στην Τουρκία –, καθώς και η συνολική ανάγκη σταθεροποίησης στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, δεν μπορεί παρά να οδηγούν «σε συνέχιση της συζήτησης με την Ευρώπη και σε συνέχιση της συνεργασίας». Μόνο που «δεν θα πρέπει η Ευρώπη να παραμερίσει τις δικές της αρχές».

Με δεδομένο αυτό το φόντο Γερμανικών τοποθετήσεων, θα δούμε αύριο τις Ελληνικές, σε αναζήτηση πάντα του αν οι σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας οδηγούνται σε αδιέξοδο ή διαγράφουν στο βάθος μιαν κάποια προοπτική…