ΕλληνοΤουρκικά μέσω «Ευρώπης»: τι έχει απομείνει; (Β)

 

Βλέπαμε χθες πώς, στην συζήτηση που οργάνωσε ο e-kyklos του Βαγγέλη Βενιζέλου με το Ίδρυμα Hanns Seidel, με θέμα «Οι σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας: Αδιέξοδο ή Προοπτική;», οι Γερμανικές τοποθετήσεις έδειξαν ότι αποτελεί – παρόλες τις απόψεις περί διακοπής των ενταξιακών διαδικασιών της Άγκυρας – νομοτέλεια η «συνέχιση της συζήτησης [της Τουρκίας] με την Ευρώπη και η συνέχιση [κάποιας] συνεργασίας». Με αυτό, λοιπόν, το φόντο ρεαλισμού δεδομένο οι Ελληνικές τοποθετήσεις ανάδειξαν τις δικές μας βαθύτερες (φρονούμε) αδυναμίες.

Από παλιά παρατηρητής των Τουρκικών πραγμάτων – από τις αρχές της δεκαετίας του ΄80, πριν το πραξικόπημα Εβρέν – ο Παύλος Τσίμας περιέγραψε με ένα είδος νοσταλγίας τα δύσκολα χρόνια, τότε που μπορούσε να ακούγεται το «Η Ειρήνη θα εδραιωθεί, όταν Ελλάδα και Τουρκία θα λειτουργούν δημοκρατικά». Η περίοδος ραγδαίου εκδημοκρατισμού της Τουρκίας μετά το 2002 και την επικράτηση της αρχικής εκδοχής Ερντογάν, κατέληξε σε ανάδειξη μιας επίφοβης αντίφασης: η προώθηση του εκδυτικισμού της Τουρκίας δεν συνδυάστηκε με ρίζωμα της δημοκρατίας, και μάλιστα με την έμφαση στα θεμελιώδη δικαιώματα, την ελευθερία του λόγου κοκ με τα οποία η λογική της δημοκρατίας θεωρείται ότι συσχετίζεται σ’ εμάς. Σήμερα πλέον οι εντάσεις στις σχέσεις Ευρώπης-Τουρκίας, που επιδεινώθηκαν και με την δυσλειτουργία εκείνου που χαιρετίστηκε ως «Αραβική Άνοιξη» και πιο πρόσφατα με τις εξελίξεις στην Συρία με φόντο το Ισλαμιστικό κίνημα, οδηγούν σε μια κατάσταση εύθραυστης ισορροπίας τις σχέσεις αυτές – όπου η μια πλευρά απλώς ανέχεται την άλλη.

Με μακρά θητεία ανταποκριτή στην Πόλη και με εξαιρετική εξοικείωση με τα τουρκικά πράγματα, ο Άλκης Κούρκουλας αναγνώρισε ευθέως ότι η συζήτηση περί ΕΕ-Τουρκίας δεν έχει νόημα με αναφορά σε «διαπραγμάτευση», αφού πρόκειται πλέον για ευθέως ταυτοτικό ζήτημα.Η οργάνωση της Ευρωπαϊκής ταυτότητας προχωρεί, μάλιστα, με «τον Τούρκο» απέναντι, ενώ οι πολιτισμικές διαστάσεις ξαναγίνονται σημαντικές για το πολιτικό γίγνεσθαι. Η ανακίνηση ακραίας αντιΕυρωπαϊκότητας παρατηρείται άλλωστε και σε Ευρωπαϊκές χώρες (λόγος Boris Johnson ή Nigel Farage προ του Brexit, τοποθετήσεις στις χώρες Βίζεγκραντ). Στην Τουρκία οι φιλοΕυρωπαΪκές δυνάμεις – πάντως μετά την ανοιχτή αρνητικότητα Σαρκοζί – έζησαν την πλήρη απογοήτευση, σε σημείο που σήμερα «είναι μη-ρεαλιστικό να ζητηθεί να ευθυγραμμισθεί η Τουρκία με την Ευρώπη, σαν να ίσχυε γι αυτήν ένα πολιτικό μνημόνιο». Πάντως για τον Α. Κούρκουλα «χωρίς Βρετανία, χωρίς και Τουρκία, η Ευρώπη θα είναι ανολοκλήρωτη».

Στην προσέγγιση του Λουκά Τσούκαλη, ιστορία, γεωγραφία και μέγεθος (πληθυσμιακό, οικονομικό, στρατιωτικό) καθώς και γεωπολιτική θέση καθιστούν «υποχρεωτικά τις σχέσεις Τουρκίας/Ευρώπης και σημαντικές και δύσκολες». Οι προσδοκίες των δυο πλευρών από τις σχέσεις αυτές διαφέρουν, ενώ η ίδια η εικόνα της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη («πολύ διαφορετική, πολύ μεγάλη») δεν διευκολύνει τα πράγματα. Ήδη, γίνεται φανερό – και αυτό έχει ενσωματωθεί από τον δημόσιο λόγο στην ίδια την Τουρκία – ότι πολλοί πλέον στην Ευρώπη ευθέως δεν θέλουν την ένταξη της Τουρκίας. Ενώ η μεγάλη απόφαση της Ελλάδας να δεχθεί, και μάλιστα να διευκολύνει «με λογική κριτηρίων Κοπεγχάγης» την Τουρκική υποψηφιότητα για ένταξη λειτούργησε ως απομάκρυνση από την πρακτική «φύλλου συκής» για την αρνητικότητα των υπολοίπων Ευρωπαίων απέναντι στην Άγκυρα. Πάντως, η δυσπιστία πολλών στην ΕΕ, η ανοιχτή πληγή του Κυπριακού, η πρόδηλα μη-δημοκρατική στροφή της Τουρκίας, καθώς και η λειτουργία της ως «πύλης μεταναστευτικών-προσφυγικών ροών» περιορίζει αισθητά τις προσδοκίες. Μόνο μια Ευρωπαϊκή λογική του «συνεχίζουμε να μιλούμε ακόμη και με δυσάρεστους» κρατά την συζήτηση ανοιχτή…

Ο Βαγγέλης Βενιζέλος, ο οποίος ουσιαστικά οργάνωσε και μια σύνοψη της εκδήλωσης, ξεκίνησε με την θεμελιώδη παρατήρηση ότι η σχέση ΕΕ-Τουρκίας δεν είναι παρά μέρος των πολύ ευρύτερων σχέσεων Δύσης-Τουρκίας, οι οποίες, ήδη, με τις σχέσεις με ΗΠΑ να έχουν επιδεινωθεί αλλά και να διακυμαίνονται (περίπτωση του πάστορα Μπράνσον), αποτελούν δύσκολο στοίχημα για οποιοδήποτε αύριο. Η δε διάσταση των ΕλληνοΤουρκικών διαφορών δεν είναι παρά μικρό μέρος των δυο αυτών συνόλων – και ως τέτοια αντιμετωπίζεται.

Με την βαρύτητα ανθρώπου που «κουβάλησε» κεντρικές ευθύνες επί χρόνια, ο Βενιζέλος θύμισε ότι – παρά την τωρινή επιδείνωση – η εποχή Ερντογάν απετέλεσε «την καλύτερη 15ετία ΕλληνοΤουρκικών σχέσεων από το 1973 και μετά». Βέβαια η ελπίδα/προσδοκία ότι τα «κριτήρια Κοπεγχάγης» για την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας ή/και η γενική αναφορά στην επίλυση των διαφορών μέσω του διεθνούς δικαίου θα αρκούσε για να εκτονωθούν οι σε οριακό σημείο διμερείς σχέσεις πρέπει να εγκαταλειφθεί. Το αδιέξοδο της «στρατηγικής του Ελσίνκι» που υιοθετήθηκε αμέσως μετά τα Ύμια, ήδη μετά την Κορυφή της Βάρνας είναι φανερό ότι οδηγεί σε αδιέξοδο διαδρομής. Αντί για «ενταξιακές διαπραγματεύσεις», η αναφορά είναι πλέον σε «διμερείς σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας», με κριτήρια στα όρια που υπάρχουν και παραπέμπουν και στο Κυπριακό, και στην κατάσταση στην Μεσόγειο (συμπεριλαμβανομένου του Αιγαίου).

Οι συγκρουόμενες δύο κρίσεις ταυτότητας – Ευρωπαϊκή και Τουρκική – και οι επάλληλες εσωτερικές διαιρέσεις στην ίδια την Τουρκία, θα συνεχίσουν να είναι μαζί μας. Οπότε «το πρόβλημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε εμείς, με βάση τις δικές μας προτεραιότητες και ανάγκες, είναι πρόβλημα πιο βαθύ και πιεστικό […] και αντιπαρατίθεται με τις προτεραιότητες της Ευρώπης, που είναι τα ζητήματα εμπορικού ισοζυγίου και οικονομικής/επενδυτικής παρουσίας στην Τουρκία». Η τελική διαπίστωση, ότι, δηλαδή οι σχέσεις Ευρώπης – Τουρκίας «έχουν μετασχηματισθεί, χωρίς αυτό να λέγεται επίσημα», μας δημιουργεί νέα πρόκληση διαχείρισης.

Δείγμα της δυσκολίας συνειδητοποίησης και προσαρμογής στην νέα κατάσταση που έχει προκύψει, υπήρξε ένα στιγμιότυπο της συζήτησης που ακολούθησε: ο παλαίμαχος του Ευρωπαϊσμού Τάκης Ιωακειμίδης επεσήμανε κριτικά/επικριτικά το πως η Κύπρος (μαζί, είναι αλήθεια και π.χ. με την Γαλλία) μπλόκαρε κεφάλαια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων Τουρκίας-ΕΕ. Αυτό ανάγκασε τον παρευρισκόμενο Κύπρο Πρέσβυ να… θυμίσει την πραγματικότητα κατοχής της Κύπρου, την μη-αναγνώριση της από την Άγκυρα κοκ – τον δε Βαγγέλη Βενιζέλο να παρέμβει ειρηνευτικά/εκτονωτικά. Όχι εύκολη, η πορεία!