Ενδιαφέροντα δείγματα γραφής από την Ακαδημία

 

Μια πρόσφατη επιστημονική εκδήλωση που οργανώθηκε στο συνήθως λησμονημένο από την δημόσια συζήτηση καθίδρυμα, την Ακαδημία δείχνει ότι  κάτι  κινείται και εκεί.

Πρωτοβουλία του Λουκά Παπαδήμου, ο οποίος ήταν για το 2017 Πρόεδρος της Ακαδημίας (με αυτήν του την ιδιότητα, κατά τραγική ειρωνεία, δέχθηκε τον παγιδευμένο φάκελο , τον Μάιο 2017), θέλησε να φέρει στο προσκήνιο μια θεματική κατ’ εξοχήν μέλλοντος: τον ρόλο της έρευνας και καινοτομίας στο να προωθηθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας και, συνεπώς, να εμπεδωθεί μια πορεία προς εκείνο που λέμε βιώσιμη ανάπτυξη στην Ελλάδα.

Ο ίδιος ο Λ. Παπαδήμος έκανε μιαν εκλαϊκευτική, ωστόσο πολύ ακριβή περιγραφή του πώς η υστέρηση σε καινοτομία επηρεάζει/τραβάει προς τα κάτω την ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας στα χρόνια που προηγήθηκαν και συνόδευσαν την κρίση• ύστερα φάνηκε μια μικρή βελτίωση μετά το 2012• αλλά πάλι βύθιση από το 2015. Και εδώ, η υστέρηση σε σχέση με Ιρλανδία – Ισπανία – Πορτογαλία τα χρόνια της κρίσης πληγώνει.

Καθώς η ισχνή ανταγωνιστικότητα τραβάει προς τα κάτω την συνολική πραγματικότητα και συνεπώς τις προοπτικές μελλοντικής ανάπτυξης, η περιγραφή και η παρακολούθηση της κατάστασης δεν αρκεί. Εκεί, λοιπόν, η Ακαδημία «επί Παπαδήμου» προσπάθησε να κινητοποιήσει τους επιστημονικούς πόρους που έχει στην διάθεσή της για να δείξει – τουλάχιστον – πορεία προς τα εμπρός. Ο ίδιος ο Λ. Παπαδήμος κωδικοποίησε ως προτάσεις μια δέσμη κατευθύνσεων ώστε το υφιστάμενο ερευνητικό/καινοτομικό δυναμικό να προχωρήσει προς ενσωμάτωση (ως Έρευνα και Ανάπτυξη) στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών: συστηματική συνεργασία των Πανεπιστημίων και Ινστιτούτων, στοχευμένα όμως, με ξένα αντίστοιχα ιδρύματα. έμφαση στην επιβίωση των νεοφυών επιχειρήσεων/startups που ακριβώς πετυχαίνουν ενσωμάτωση τεχνολογίας. ενθάρρυνση μεταπτυχιακών που ξεφεύγουν από την θεωρία και βελτιώνουν την επιχειρηματικότητα. Με τον γαλήνιο τρόπο που τον χαρακτηρίζει, που έχει όμως και αιχμή στο βάθος, ο Π. Παπαδήμος επεσήμανε ότι ο ιδιωτικός τομέας χρειάζεται, και αυτός, να προσέλθει με δυναμισμό στο θέμα αυτό.

Τομείς που έχουν ξεχωρίσει για μια τέτοια προσπάθεια, είναι η βιοϊατρική, η ενέργεια, η Ι&Τ , η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά και πιο παραδοσιακές υπηρεσίες της ναυτιλίας, του πολιτιστικού και ιατρικού τουρισμού καθώς και η μεταποίηση αγροτικών προϊόντων (πάντα όμως με τεχνολογικό περιεχόμενο). Την τοποθέτηση αυτή Παπαδήμου ήρθαν, εν συνεχεία, να στηρίξουν τρεις ακαδημαϊκοί: ο Χρ. Ζερεφός για το μέτωπο της ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής, ο Λ. Χριστοφόρου για την ενέργεια ως συνιστώσα του αναπτυξιακού σχεδιασμού και ο Δημ. Θάνος για την συμβολή της βιοιατρικής έρευνας και καινοτομίας.. Και πάλιν, οι παρουσιάσεις προσπάθησαν να μην μείνουν στην περιγραφή, αλλά να πλησιάσουν την πράξη.

Έτσι, πέρα από τις διαπιστώσεις για την έκταση των προβλημάτων από την κλιματική αλλαγή – με την μείωση των βροχοπτώσεων και την αύξηση των φαινομένων ξηρασίας που φέρνουν π.χ. αυξημένο κίνδυνο πυρκαγιάς, ενώ ταυτόχρονα πληθαίνουν και τα ακραία φυσικά φαινόμενα με πλημμυρικές συνέπειες τύπου Μάνδρας – ο Χρ. Ζερεφός παρουσίασε το πώς μια ομάδα 70 επιστημόνων περί την Ακαδημία επιχειρεί να δείξει προς  στοχευμένες επεμβάσεις αν μη τι άλλο για την πρόληψη των καταστροφών. Στον χώρο της ενέργειας, ο Λ. Χριστοφόρου περιέγραψε τις μείζονες τάσεις της απανθρακοποίησης του ενεργειακού μείγματος, ή πάλι της αξιοποίησης της ψηφιακής τεχνολογίας για την εξοικονόμηση ενέργειας (που στην Ελλάδα «κινδυνεύει» να είναι βασική αν και μόνη κατεύθυνση αν είναι να βελτιωθεί η κατάσταση του ενεργειακού), με έμφαση όμως στις δυνατότητες επενδύσεων και στις συνακόλουθες ευκαιρίες δημιουργίας απασχόλησης.

Ενώ ο Δημ. Θάνος, παρουσιάζοντας το Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας (πρωτοβουλία του βετεράνου επίσης Ακαδημαϊκού Γρηγόρη Σκαλκέα), περιέγραψε τα επόμενα βήματα που, αν ολοκληρωθούν, θα ενσωμάτωναν – στον χώρο αυτό της βιολογικής/ιστορικής έρευνας που καλύπτει το 30% της συνολικής έρευνας στην Ελλάδα – καινοτομική βιολογική τεχνολογία σε εξατομικευμένη ιατρική (που αποτελεί σήμερα την αιχμή), ή θα έδιναν ευκαιρίες προκλινικών μελετών,  με σημαντική επίδραση στην αποφυγή του brain drain που μαστίζει (και) αυτόν τον χώρο.