Εν τω μεταξύ, στην Βόρεια Μακεδονία…

Του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Η νέα έξαρση του Covid-19 ανά τις Βαλκανικές χώρες, με επίκεντρο την Σερβία αλλά με αιχμές και σε Αλβανία – Βόρεια Μακεδονία, σταδιακή δε επιβάρυνση σε Βουλγαρία-Ρουμανία, έκανε πολλούς να «ξανακοιτάξουν» τον κοντινό μας χάρτη. Οι σκηνές αποδιοργάνωσης, ύστερα αυστηροποίησης των μέτρων στον Προμαχώνα – απ’ όπου, παραδοσιακά, το μεγαλύτερο τουριστικό ρεύμα προς στην Βόρεια Ελλάδα – επέτειναν σ’ εμάς το ενδιαφέρον. όμως και σε ευρύτερο, Ευρωπαϊκό πλαίσιο η Βαλκανική προσελκύει το ενδιαφέρον (πάλι) ως πηγή προβλημάτων. Ήδη, μετά την έκλειψη της Αμερικανικής παρουσίας/του ενδιαφέροντος των ΗΠΑ για την περιοχή, Γερμανογαλλική πρωτοβουλία επιδιώκει να επαναφέρει προσέγγιση Σερβίας – Κοσσόβου, ενώ η ΕΕ αναβαθμίζει – με ειδικό εκπρόσωπο για τα Δυτικά Βαλκάνια, Μίροσλαβ Λαϊτσεκ – την ανάμειξή της.

Αυτή η σχετική επανεκκίνηση ενδιαφέροντος για την περιοχή, θα έπρεπε κανονικά να ενισχυθεί – και μάλιστα προς σχετικά καθησυχαστική κατεύθυνση – από τα αποτελέσματα των χθεσινών εκλογών (μετ’ αναβολή λόγω Covid-19, και υπό ειδικές συνθήκες διεξαγωγής, πάλι λόγω Covid-19) στην Βόρεια Μακεδονία. Όπου, με βραχεία κεφαλή, οι Σοσιαλδημοκράτες/SDSM του γνώριμού μας Ζόραν Ζάεφ κέρδισαν το Δεξιό/VMRO-DPMNE  του Κρίστιαν Μίτκοσκι: στην Βουλή, όμως, των 120 εδρών η σχηματιζόμενη ισορροπία φαίνεται ότι θα είναι 49:47. Προκειμένου λοιπόν να σχηματισθεί Κυβέρνηση χρειάζεται η προσέλευση πάντως του μεγαλύτερου από τα δυο Αλβανικά κόμματα (του DUI, του πολύπειρου Αλί Αχμέτι, με 12 ως φαίνεται έδρες). Κατ’ αρχήν, αυτό δεν θα έπρεπε να δημιουργεί πρόβλημα καθώς και τώρα η υπό τον Ζόραν Ζάεφ Κυβέρνηση είχε λειτουργήσει με συμμετοχή του Αλβανικού στοιχείου (υπάρχει και άλλο, μικρότερο, Αλβανικό κόμμα του Ζιγιαντίν Σέλα με – ως φαίνεται – 10 έδρες, συν το ακόμη μικρότερο DPA του Μεντούχ Θάτσι – 1 ή 2 έδρες).

Όμως, έτσι όπως «εδώ είναι Βαλκάνια», ο σχηματισμός τρικομματικής Κυβέρνησης SDSM/DUI/DPA (δηλαδή… η ανανέωση του έως τώρα σχήματος) προσκρούει σε απαίτηση του Αλβανικού στοιχείου για ισχυρότερη αντιπροσώπευση στην διακυβέρνηση: ακόμη και η πρωθυπουργία έχει διεκδικηθεί, φραστικά. Κάτι τέτοιο, πάντως, θα αναζωπύρωνε την αμφισβήτηση της ίδιας της εκλογικής διαδικασίας από το VMRO, που έως τώρα τηρούσε χαμηλούς τόνους. Αυτό το τελευταίο – οι χαμηλοί τόνοι που επεκτείνονταν στην de facto αποδοχή και των κεκτημένων της Συμφωνίας των Πρεσπών η οποία για τον «έξω κόσμο» και δη την ΕΕ αποτελεί κομβικό στοιχείο της ισορροπίας στην περιοχή – υπήρξε ιδιαίτερα ενθαρρυντική μετεξέλιξη του (εθνικιστικού/αμφισβητισιακού στον πυρήνα του) VMRO. Οι εξωτερικές , ιδίως Ευρωπαϊκές, πιέσεις και η συνεχιζόμενη υπόσχεση/προσδοκία/χρηματοδοτική στήριξη έχουν πειθαναγκάσει το VMRO να αποδεχθεί τις Πρέσπες – λίγο όπως και η Ν.Δ. στην απ’ εδώ πλευρά των συνόρων – και τις προθέσεις συνύπαρξης/ συνεργασίας.