Εν τω μεταξύ, στην Γερμανία…

 

Ενώ, λοιπόν, εμείς θα αποχαιρετούμε τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν όταν θα έχει κλείσει την (όπως φάνηκε ήδη από την συνέντευξη προς Παπαχελά, όπως καταδείχθηκε με τον καυγά στο Προεδρικό Μέγαρο) πολλαπλά επικίνδυνη επίσκεψή του ανακτώντας και την ελευθερία κυκλοφορίας στην Αθήνα, στην Γερμανία θα παίζεται – στο Συνέδριο της SPD/των Σοσιαλδημοκρατών αλλά και στο προσκήνιο των προσπαθειών για σχηματισμό Κυβέρνησης, «κάποιας Κυβέρνησης!» έστω και μειοψηφίας, γύρω από την μέχρι προ εβδομάδων υμνούμενη ως κυρίαρχη CDU/Χριστιανοδημοκρατία – ένα έργο που αναδεικνύει μια διαφορά στην ανάγνωση της πολιτικής. Όταν στην δική μας χώρα ακούμε συζητήσεις για μετεκλογικές συνεργασίες, για ισορροπίες και για επιλογές στα χρόνια του μικρού δικομματισμού και της πολυδιάσπασης – λόγω των δημοσκοπήσεων, όλα αυτά – εκείνο που παίζεται (ή: που τα πολιτικά επιτελεία θαρρούν ότι παίζεται) είναι το πώς θα επηρεαστεί ο δυνητικός ψηφοφόρος, έτσι ώστε τα βήματα και οι επιλογές και οι «εικόνες εαυτού» στην πολιτική μας τάξη να βρουν δικαίωση. Στην Γερμανία το πάνε αρκετά αλλιώτικα: όταν μιλήσει ο ψηφοφόρος, όσο δυσάρεστο ή δύσκολα διαχειρίσιμο κι αν είναι αυτό που είπε, οι πολιτικοί σχηματισμοί πασχίζουν κάπως να το βολέψουν, ακολουθώντας το.

Δείτε πώς οι Σοσιαλδημοκράτες και οι ΧριστιανοΚοινωνιστές/CSU (το μικρό, συντηρητικότερο, «αδελφάκι» των Χριστιανοδημοκρατών με βάση ισχύος του την Βαυαρία) προσήλθαν στην διαπραγμάτευση για Κυβέρνηση Συνασπισμού μετά την αποτυχία της λύσης «Τζαμάϊκα» και αφού η πρόσκληση/έκκληση του Προέδρου Στάϊνμάγιερ τους εξανάγκασε. Οι Σοσιαλδημοκράτες, αφού πρώτα δέθηκαν (όπως ο Οδυσσέας στο κατάρτι για να αντιμετωπίσει το τραγούδι των Σειρήνων, θυμάστε;) με την έγκριση των κινήσεων της ηγεσίας τους από Συνέδριο αν μη δημοψηφισματική διαδικασία, συσσωρεύουν απαιτήσεις/προτεραιότητες: τελευταία  ανακίνησαν την χρηματοδότηση των σχολικών εγκαταστάσεων ανά την Γερμανία. Τα σχολεία κτιριακά γερνάνε. ανήκουν στην αρμοδιότητα των τοπικών αρχών. αλλά η χρηματοδότηση της υποδομής βγαίνει από ομοσπονδιακά κονδύλια.

Το θέμα αυτό, που αληθινά συγκινεί το δικό τους εκλογικό σώμα, «σημαίνει» κάπου 20τόσα δις ευρώ – ανάθεμα για τον δημοσιονομικό συντηρητισμό των CDU/CSU, ακόμη και χωρίς τον Σώϋμπλε να βρυχάται ως φύλακας της δημοσιονομικής τάξης – οπότε λειτουργεί σαν φρένο στις συζητήσεις.

Ακριβώς τον ίδιο ρόλο από την απέναντι πλευρά, ιδιαίτερα δε εκείνην του CSU (που ετοιμάζεται για εκλογές στην Βαυαρία μετά από λίγους μόνο μήνες),  έχει η ακραία αντίθεση σε οποιαδήποτε χαλάρωση στάσης στο Προσφυγικό. Για να οχυρωθεί καλύτερα και να ανταποκριθεί στο δικό του εκλογικό κοινό, το CSU επιδιώκει να κάνει την Άνγκελα Μέρκελ να υπαναχωρήσει στο Προσφυγικό σε σημείο που να κάνει την αρχική της θέση ανοίγματος το 2015-16 – του «Wir Shaffen das!» /Θα τα καταφέρουμε! – να ακούγεται από άλλον πλανήτη.

Και, επιστρέφοντας στους Σοσιαλδημοκράτες με κάτι πιο «βαρύ» και κεντρικό, ο Μάρτιν Σουλτς έφθασε στο Συνέδριό τους αυτού του Σαββατοκύριακου ανάγοντας σε βασική προϋπόθεση τυχόν συμμετοχής του SPD σε Μεγάλο Συνασπισμό το να προχωρήσει η Ευρώπη και πάντως η Ευρωζώνη προς μια «κατεύθυνση Μακρόν», αλλά και να αναιρεθεί η κυριαρχία της λιτότητας/η σκιά Σώϋμπλε. Μπορουν όμως να σηκώσουν κάτι τέτοιο οι κυρίως Χριστιανοδημοκρατες/CDU;

Όσο λοιπόν θα ξετυλίγεται στο Συνέδριο των Σοσιαλδημοκρατών το ένα δράμα, με την ανακίνηση ζητήματος ηγεσίας του Μάρτιν Σουλτς (που μάλλον θα επαναβεβαιωθεί η θέση του όσο κι αν αμφισβητούνται οι επιλογές του), τόσο στην παράταξη της Άνγκελας Μέρκελ θα ανεβαίνει η αμφισβήτηση για την δική της ηγεσία (με τους πρόθυμους να την σπρώξουν έξω από την σκηνή να πληθαίνουν). Γι αυτό, κάθε φορά που δυσανασχετούμε με την χειριστικότητα της δικής μας πολιτικής τάξης, ας βλέπουμε και παραεξω για το πώς η πρόταξη της κομματικής ή και προσωπικής υπερίσχυσης λειτουργεί ως πολιτικός κανόνας…