Εν τω μεταξύ, στις ΗΠΑ…

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Προτού περάσει ένα δεκαήμερο, η Αμερικανική Fed μείωσε για δεύτερη φορά τα επιτόκιά της (κατά 0,5% την πρώτη φορά, κατά άλλο 1% τώρα) καταλήγοντας σε σχεδόν μηδενικά (0-0,25%) επίπεδα – εκεί που προηγήθηκε η ΕΚΤ αλλά και η Τράπεζα της Ιαπωνίας. Χειροκρότησε, «πολύ χαρούμενος», ο Πρόεδρος Τραμπ – προεκλογική περίοδος γαρ – όπως επικρότησε και την ανακοίνωση πρόσθετων αγορών 700 δις δολαρίων σε κρατικά ομόλογα ή/και διασφαλισμένους τίτλους από την Fed. Προστέθηκαν μέτρα – υπό διαμόρφωση – δημοσιονομικής ενίσχυσης, εν μέρει μέσω επενδύσεων, ύψους που συζητείται στα 850 δις δολαρίων, και τούτο παράλληλα με την αναστολή πληρωμής φορολογικών υποχρεώσεων (επί 3μηνο) με υπολογιζόμενο κόστος στα 300 δις δολάρια.

Στα μέτρα δημοσιονομικού χαρακτήρα περιλαμβάνεται και το σχέδιο αποστολής επιταγών (μέχρι και άνω) των 1000 δολαρίων σε εργαζομένους, «αμέσως»/ immediately κατά τον υπουργό Οικονομικών Στηβ Μνιούσιν. Η αιτιολόγηση απλή: «Οι Αμερικανοί χρειάζονται ρευστό τώρα, και ο Πρόεδρος θέλει να δοθούν ρευστά τώρα». [Φυσικά, δεν υπήρξε μνεία της προεκλογικής περιόδου! Όπου κεντρικό πολεμοφόδιο του Ντόναλντ Τραμπ ήταν η οικονομία: τόσο η απίστευτα χαμηλή ανεργία, όσο και η επί χρόνια υψηλή πτήση του Χρηματιστηρίου].

Βέβαια «οι αγορές» δείχνονται εξαιρετικά δύσπιστες. Εκεί που αναμενόταν με την κρίση αυτή μια κίνηση σε σχήμα V, πτώση και ανάκαμψη, προκύπτει μια συνέχει από W, όμως με την συνολική τάση καθοδική. Έντονα καθοδική. Ο δείκτης Dow Jones βρέθηκε σχεδόν στις 20.000 μονάδες στις 17 Μαρτίου (με ημερήσια υποχώρηση σχεδόν 13%, την δεύτερη χειρότερη σε 100 χρόνια ιστορίας του δείκτη), ενώ δυο φορές μέσα σε λίγες μέρες υπήρξε διακοπή της συνεδρίασης. Πριν λίγο λιγότερο από ένα μήνα, στις 12 Φεβρουαρίου , ο DOW βρέθηκε σε ρεκόρ 29.550 μονάδων. Ο ευρύτερος δείκτης S&P500 έπεσε κατά 12%, ο τεχνολογικός NASDAQ κατά 12,3%.

Σύμφωνα με την έρευνα της Fed Νέας Υόρκης – προσοχή! πριν τον δεύτερο κύκλο μέτρων – το επιχειρηματικό κλίμα βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο μετά το 2009 αν και οι νέες παραγγελίες και εκείνες που είναι υπό εκτέλεση παρέμεναν σε θετικό έδαφος. Μια υποχώρηση του ρυθμού ανάπτυξης κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες (σε ετήσια βάση) ήδη συζητιόταν με αυτά τα δεδομένα: με δεδομένο ότι η μέση ύφεση στις ΗΠΑ το μεταπολεμικά χρόνια φέρνει 2-2,5% σε πρόσθετη ανεργία, και με δεδομένο το τωρινό επίπεδο 3,6% που είχαν κατορθώσει να έχουν οι ΗΠΑ (χαμηλό 20ετίας), κάτι τέτοιο θα σήμαινε 3,5 εκατομμύρια πρόσθετες χαμένες θέσεις εργασίας (Στην κορύφωση της ύφεσης του 2008-9, χάθηκαν 8 εκατομμύρια θέσεις εργασίας). Για να έχουμε μια προσγείωση στο μεθαύριο, μέχρι και για επίπεδα ανεργίας 20% στην χειρότερη περίπτωση γινόταν λόγος – όχι δημοσιογραφικά, από τον ίδιο τον υπουργό Οικονομικών (για τον Τραμπ, αυτό είναι το «χειρότερο απ’ όλα τα ζοφερά σενάρια»: αυτό του δίνει την ευχέρεια να θεωρεί εαυτόν «Προέδρο εν καιρώ πολέμου…»).

(Στο εύλογο ερώτημα «γιατί τόση διεξοδική αναφορά στις Αμερικανικές εξελίξεις, όταν εμείς ανήκουμε στην ΕΕ/στην Ευρωζώνη όπου τώρα κορυφώνονται οι συζητήσεις κλπ.»), η απάντηση είναι απλή; Πάντα στις ακραίες καταστάσεις – ακόμη και στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα – εκεί όπου πηγαίνουν οι ΗΠΑ/εκεί όπου κατευθύνεται η συζήτηση στις ΗΠΑ, εκεί θα βρεθεί αργότερα και η «δική μας» Ευρωπαϊκή συζήτηση. Θυμηθείτε πώς ο Τιμ Γκάϊθνερ, ύστερα ο Τζέϊκομπ Λιου, ο Μπεν Μπερνάνκι αλλά και ο ίδιος ο Μπαράκ Ομπάμα επικαθόρισαν εν τέλει τα όρια της Ευρωπαϊκής κρίσης χρέους όπως την οδηγούσαν στην ξέρα ο Βόλφγκανγκ Σώϋμπλε και ο Ζαν-Κλωντ Τρισέ, μέχρις όπου «ήρθε» ο Μάριο Ντράγκι…).