Εξοπλιστικά Προγράμματα: Μία Ιστορική Καινοτομία

 

Οικονομικά της Άμυνας-Δημόσιες Συμβάσεις

των Ιωάννη Βιδάκη, Δημητρίου Γεωργαντά, Γεωργίου Βλάχου*

 

Το παρόν άρθρο συνδέει την Πολιτική, τη Στρατηγική, την Οικονομία και τα Εξοπλιστικά προγράμματα της αρχαίας Αθήνας, την εποχή του ηγήτορα Θεμιστοκλή. Αναφέρεται ειδικότερα στην απόφαση της ναυπήγησης ισχυρού στόλου, καθώς και στην μεθοδολογία ανάθεσης, χρηματοδότησης και υλοποίησης αυτού του τιτάνιου έργου, για τα δεδομένα της πόλης και της εποχής. Το κείμενο επιχειρεί να παρουσιάσει μία ιστορική καινοτομία, η οποία τελεσφόρησε, μεταφέροντας ένα αισιόδοξο μήνυμα αναλογικής, αποτελεσματικής αντιμετώπισης των σημερινών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η χώρα μας, στους τομείς της εθνικής ασφάλειας και της οικονομίας. Το κείμενο αποβλέπει στον κριτικό διαλογισμό του αναγνώστη ως προς τον καταλυτικό ρόλο που διαδραμάτισε ο Θεμιστοκλής στην ιστορία και στην αναγκαιότητα να αντιληφθεί ότι για τα μικρά έθνη έχει πρώτιστη σημασία, η ανάδειξη και η λαϊκή στήριξη ικανών και προσοντούχων ηγετών, με αντάξιους διαδόχους φυσικά

 

Το 490 π.Χ. στο Μαραθώνα της Αττικής, ο εξηντάχρονος(!) Μιλτιάδης, κατανίκησε τους Πέρσες εισβολείς υπό τους Δάτη και Αρταφέρνη.  Μόλις ένα έτος μετά την αποθέωσή του στο Μαραθώνα, ο στρατηγός – νικητής γνώρισε το σκληρό πρόσωπο της Αθηναϊκής δημοκρατίας. Ίσως με αλαζονεία και με υποσχέσεις προς τους συμπολίτες του περί εύκολης νίκης, το 489 π.Χ. επιτέθηκε στην Πάρο, προβάλλοντας την κατηγορία ότι δεν είχε ενισχύσει την Αθήνα στις δύσκολες στιγμές της περσικής εισβολής, πλην όμως απέτυχε και τραυματίστηκε σοβαρά. Ο Αλκμεωνίδης Ξάνθιππος, πατέρας του Περικλή, τον κατηγόρησε για προδοσία, (στο δικαστήριο μετέβη σε φορείο), και ο Μιλτιάδης καταδικάσθηκε, κατ’  αρχήν σε θάνατο, ποινή που μετατράπηκε σε καταβολή υπέρογκου προστίμου (50 ταλάντων),  εξαιτίας της συνεισφοράς του στον  Μαραθώνα.  Αδυνατώντας να το πληρώσει, αν και πλούσιος, φυλακίσθηκε και πέθανε στην φυλακή σε ηλικία 61 ετών από γάγγραινα, συνέπεια του τραύματος από την εκστρατεία της Πάρου. Μετά τον θάνατό του διαμορφώθηκε ένα «κενό εξουσίας» στην δημοκρατική Αθήνα, που καλυπτόταν πότε από τους συντηρητικούς με τον Αριστείδη (530-468 π.Χ.) και πότε από τους δημοκρατικούς με τον Θεμιστοκλή, εν μέσω αδυσώπητων πολιτικών αγώνων για την ανάληψη και διατήρηση της εξουσίας.

Ο μεν Αριστείδης ήταν υπέρ της περαιτέρω επέκτασης του αγροτικού τομέα και της θεμελίωσης ισχυρού στρατού ξηράς, ενώ αντίθετα ο Θεμιστοκλής αντιλήφθηκε πρώτος τη μεγάλη αξία του διαμετακομιστικού εμπορίου και της ναυτιλίας, καθώς και της στρατιωτικής ισχύος στην θάλασσα. Μέχρι τη ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.), θα περάσουν σχεδόν δέκα έτη συνεχούς δημιουργικότητας για τον Θεμιστοκλή, που κατέστη ο πολιτικός με τη μεγαλύτερη επιρροή στην Αθήνα και την δύναμη της πολιτικής του βάσης να έχει εδραιωθεί μεταξύ των μεσαίων και των φτωχότερων κοινωνικών τάξεων. Προέτρεπε τους συμπολίτες του να εγκαταλείψουν την υποστηριζόμενη από τον Αριστείδη αγροτική πολιτική και να στραφούν στη ναυτιλία, την βιοτεχνία και το εμπόριο. Ο Θεμιστοκλής αγωνίστηκε με κάθε μέσο, όπως και οι αντίπαλοί του για να πετύχει.

 

Πολιτική, Στρατηγική και Οικονομία
Ο Θεμιστοκλής διακρινόταν για την εκπόνηση ενός στρατηγικού, μακροχρόνιου σχεδιασμού. Ο εν λόγω σχεδιασμός ενσωμάτωνε την ανάλυση ενδογενών και εξωγενών παραγόντων, η οποία προσομοιάζει σε τεχνικές που χρησιμοποιούνται στη σύγχρονη Διοικητική Επιστήμη, (SWOT analysis, PESTEL analysis), στο πλαίσιο της διεργασίας διαμόρφωσης και λήψης μίας απόφασης είτε σε μικροοικονομικό (επιχειρησιακό), είτε σε μακροοικονομικό (δημόσιο-πολιτικό) επίπεδο και της επιβεβλημένης πλήρους και αποδοτικής αξιοποίησης όλων των διατιθέμενων ανθρώπινων και τεχνολογικών μέσων, εντός του προκαθορισμένου χρονικού εύρους και του προϋπολογισθέντος κόστους. Σύμφωνα με τον Καρατζά (2016), «Η Ανάλυση SWOT (…) χρησιμοποιείται από τις επιχειρήσεις προκειμένου να αξιολογήσουν την κατάσταση που βρίσκονται σήμερα με σκοπό να πάρουν αποφάσεις και να διαμορφώσουν έτσι την μελλοντική στρατηγική τους (…) . Η Ανάλυση PESTEL (…) είναι και αυτή ένα στρατηγικό εργαλείο (…) που χρησιμοποιείται για την ανάλυση του Μακροπεριβάλλοντος».

Ο ανωτέρω σχεδιασμός ήταν διαμορφωμένος σε δύο βασικούς άξονες:

  • Ο πρώτος άξονας αφορούσε στην ύπαρξη της περσικής απειλής, (εξωτερικός). Θεωρούσε ότι αυτή δεν είχε εκλείψει και για την επιτυχή αντιμετώπισή της, οφειλόταν να γίνει η ανάλογη προπαρασκευή. Και αυτή, για ευνόητους λόγους, δεν μπορούσε να ήταν άλλη παρά η ναυπήγηση ισχυρού πολεμικού στόλου, η ανάδειξη του Πειραιά σε προστατευμένο λιμένα των Αθηνών και η ενιαία οχύρωση της Αθήνας και του Πειραιά.
  • Ο δεύτερος άξονας αναφερόταν στην προώθηση των συμφερόντων των φτωχών Αθηναίων, της μεγάλης λαϊκής μάζας, των θητών,[1] (εσωτερικός). Ο Θεμιστοκλής αναδεικνύεται σε αρχηγό τους, ηγέτης ο οποίος πείθει τις μάζες να μετέχουν ενεργά στην πολιτική ζωή, να συνειδητοποιήσουν την δύναμή τους και να απαιτήσουν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Σημειώνεται ότι στην Αρχαία Αθήνα οι πολίτες και οι θήτες με εισόδημα μικρότερο των διακοσίων μεδίμνων ετησίως είχαν δικαίωμα ψήφου, αλλά δεν επιτρεπόταν να αναλαμβάνουν δημόσιο αξίωμα, (δηλαδή διέθεταν το δικαίωμα του εκλέγειν και όχι του εκλέγεσθαι).

Η υποστήριξη του Θεμιστοκλή στους φτωχούς Αθηναίους, συνοδεύεται ταυτόχρονα από την απαίτησή του να προσφέρουν και εκείνοι πολλά για την πόλη τους. Κατoρθώνει να πείσει τη μεγάλη πλειοψηφία των συμπολιτών του στην αποδοχή επαχθών θυσιών, ως τίμημα για την εξουσία, την ευημερία και την ασφάλεια που τους υπόσχεται ότι θα αποκτήσουν λίγο αργότερα. Αξιοπρόσεκτο θεωρείται πώς η επιδίωξή του επιτυγχάνεται σε καθεστώς άμεσης δημοκρατίας, καθώς η πλειοψηφία των Αθηναίων τον ακολουθεί με τυφλή εμπιστοσύνη στη λήψη κρίσιμων αποφάσεων, οι οποίες φαινομενικά, και οπωσδήποτε πρόσκαιρα, είναι σε βάρος των ιδιωτικών τους συμφερόντων.

Αξίζει να αναφερθεί ότι οι προαναφερόμενοι δύο άξονες διασταυρώνονται στην θάλασσα και προϋποθέτουν την κατασκευή και την αξιοποίηση-λειτουργία σύγχρονου πολεμικού στόλου. Ο Θεμιστοκλής προϋπολογίζει ότι για την αξιόμαχη πλεύση του στόλου που οραματίζεται, χρειάζονται χιλιάδες κωπηλάτες, (34.000 άνδρες για 200 τριήρεις, με την παραδοχή των 170 ατόμων ως πλήρωμα κάθε τριήρους). Τα πληρώματα των πλοίων μπορούσαν να καλυφθούν μόνο από τους θήτες, οι οποίοι δεν διέθεταν την οικονομική δυνατότητα να προμηθεύονται δική τους πανοπλία, ώστε να πολεμούν ως οπλίτες. Όταν γίνουν κωπηλάτες, ο στόλος θα βασίζεται πάνω τους. Η ναυτική Αθήνα έχει ανάγκη τους κωπηλάτες πλέον θήτες, σε αντίθεση με την προγενέστερη «αγροτική» Αθήνα. Οι θήτες το συνειδητοποιούν, αντιλαμβάνονται την εξουσία τους και θα ζητήσουν να αποκτήσουν τα πολιτικά δικαιώματα που δεν είχαν, όπως η εκλογή τους στα ανώτατα αξιώματα της πόλης.

Το πρώτο πολιτικό γεγονός με το οποίο σχετίζεται το όνομα του Θεμιστοκλή αναφέρεται στο έτος 493 π.Χ., όταν εξελέγη «Επώνυμος Άρχων». Με την παρακίνησή του οι Αθηναίοι ξεκίνησαν τη μετατροπή του προστατευμένου όρμου του Πειραιά σε επίνειο της Αθήνας και ναυτική βάση, αντί του γεωγραφικά «εκτεθειμένου», σε στρατιωτική προσβολή, Φαλήρου, το οποίο χρησιμοποιούσαν έως τότε. Στο πλαίσιο αυτό, ο Θεμιστοκλής προτείνει την οχύρωση του Πειραιά και στοχάζεται το μεγαλειώδες έργο της κατασκευής των «Μακρών Τειχών», που θα καταστήσουν την Αθήνα κυριολεκτικά απόρθητη, όσο είναι θαλασσοκράτειρα, (ο παράγοντας του λοιμού, που αργότερα το 429-430 π.Χ., κτύπησε την πόλη, ήταν ο απρόβλεπτος παράγοντας). Ο Θεμιστοκλής φέρεται να είχε ολοκληρωμένο σχέδιο για την ανάπτυξη της Αθήνας σε ισχυρή ναυτική, εμπορική και οικονομική δύναμη, αξιοποιώντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που διέθετε, καθώς οι μεθοδεύσεις του άλλαξαν την δυναμική της και τα αποτελέσματά τους επηρέασαν ολόκληρη την κλασσική Ελλάδα.

Όταν ο Θεμιστοκλής θα επιχειρήσει να υλοποιήσει τα σχέδιά του, θα αντιμετωπίσει μεγάλα εμπόδια από τους πολιτικούς του αντιπάλους, τον Ίππαρχο, τον Μεγακλή, αρχηγούς των ολιγαρχικών και τον Αριστείδη, αρχηγό των συντηρητικών, ο οποίος θεωρεί ότι ο Θεμιστοκλής με τις ιδέες του βρισκόταν εκτός πραγματικότητας. Συγκεκριμένα, οι  αντίπαλοι του Θεμιστοκλή δεν αποδέχονται την ύπαρξη περσικής απειλής και ακόμη χειρότερα ορισμένοι εξ’ αυτών, όπως οι οπαδοί του Ιππία, επιζητούν την περσική επέμβαση για να αποκατασταθεί το παλαιό τυραννικό καθεστώς. Διαβλέπουν τον κίνδυνο «αφύπνισης» των θητών εάν υλοποιηθεί το ναυτικό πρόγραμμα και αντιτίθενται επίμονα στην υλοποίησή του, με ποικίλες προφάσεις δημοσιονομικού χαρακτήρα (υπερβολικό κόστος, σπατάλη του δημόσιου χρήματος, κ.α.). Έτσι, οι προτάσεις του Θεμιστοκλή απορρίπτονται αρχικά από την Εκκλησία του Δήμου.

Οι πολιτικοί του αντίπαλοι μεταχειρίζονται κάθε μέσο για να επικρατήσουν και να κερδίσουν την εύνοια του Δήμου. Όμως τα επόμενα χρόνια, παρά τις επίμονες προσπάθειες των ολιγαρχικών να εξορισθεί ο Θεμιστοκλής, (βρέθηκαν πολλά όστρακα με το όνομά του), η επιρροή που ασκούσε στο λαό παρέμεινε αμείωτη. Το 488 π.Χ., στην πρώτη εφαρμογή του οστρακισμού στην Αθήνα, επιτυγχάνεται ο εξοστρακισμός του ισχυρότερου εχθρού του. Ο αρχηγός των ολιγαρχικών και συγγενής του Πεισίστρατου Ίππαρχος, εξορίστηκε. Στη συνέχεια όταν «Επώνυμος Άρχων» ήταν ο Τελέσινος το 487/486 π.Χ., οι εννέα άρχοντες επιλέγηκαν με κλήρο και όχι με εκλογές, από ένα σύνολο 500 πολιτών, οι οποίοι είχαν αναδειχθεί από τις δέκα φυλές. Η αλλαγή αυτή είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια πολιτικής ισχύος από τους άρχοντες και την ενίσχυση της εξουσίας των Δέκα Στρατηγών, οι οποίοι εκλέγονταν από το λαό. Το ίδιο έτος η έναρξη της ναυτικής σύγκρουσης των Αθηναίων και των Αιγινητών ενίσχυσε τις θέσεις του  Θεμιστοκλή.

Ο Θεμιστοκλής αφού αντιλαμβάνεται ότι αδυνατεί να συνεργαστεί με τις άλλες παρατάξεις ενώπιον της διαφαινόμενης εξωτερικής-περσικής απειλής, αλλάζει τακτική: θα προσπαθήσει να πετύχει τους στόχους του παρά την θέλησή τους, περιορίζοντας την ισχύ των άλλων πολιτικών αρχηγών, ώστε να κυριαρχήσει στην Αθήνα, έχοντας τους θήτες με το μέρος του. Έτσι τον Ίππαρχο ακολούθησαν στην εξορία: το 486 π.Χ. ο Μεγακλής, ανιψιός του Κλεισθένη από την οικογένεια των Αλκμεωνιδών, που εκπροσωπούσε τους αριστοκράτες, (το ίδιο έτος ο Ξέρξης αναγορεύεται Μέγας Βασιλεύς των Περσών), το 485 π.Χ. ο Καλλίξενος, άλλος πολιτικός από την οικογένεια των Αλκμεωνιδών και το 484 π.Χ., [έτος κατά το οποίο  επικρατούν στην Αθήνα οι δημοκρατικοί (Μπέκου, α.χ.)], ο Ξάνθιππος (πατέρας του μεγάλου Περικλή). Επιπλέον, στην βάση της διαμόρφωσης ενιαίας γραμμής αντιμετώπισης στο εσωτερικό της πόλης των Αθηνών, λόγω της γεωπολιτικής αστάθειας που εκπορευόταν από την περσική απειλή (Μάνεσης, 2000), ο Θεμιστοκλής έθεσε στόχο και πέτυχε τελικά το 482 π.Χ. τον εξοστρακισμό του πιο σκληρού του αντιπάλου του Αριστείδη, αρχηγού των συντηρητικών. Ο συγκεκριμένος εξοστρακισμός ήταν βέβαια άδικος, πλην όμως βοήθησε στην πολεμική προπαρασκευή της Αθήνας.

Η πολιτική νίκη του Θεμιστοκλή ήταν ολοκληρωτική. Ήταν αδιαφιλονίκητος ηγέτης της Αθήνας, καθώς οι πολυάριθμοι θήτες ψήφιζαν πάντα υπέρ του μαζικά. Αντίθετα, οι πολιτικοί αντίπαλοι του ήταν μοιρασμένοι. Κατόρθωσαν να ενωθούν εναντίον του μόνο όταν ήταν πλέον πολύ αργά. Αποτέλεσμα των ενεργειών του Θεμιστοκλή ήταν να αυξηθεί η δύναμη και το θάρρος του λαού απέναντι στους ολιγαρχικούς, διότι η εξουσία μεταφερόταν στους ναύτες, στους κελευστές και στους κυβερνήτες των τριηρών. Για το λόγο αυτό και το βήμα στην Πνύκα, που εκ κατασκευής ήταν στραμμένο προς την θάλασσα, οι τριάκοντα τύραννοι το έστρεψαν μετέπειτα προς την πόλη, επειδή πίστευαν ότι η κυριαρχία στην θάλασσα γεννάει την δημοκρατία (Πλούταρχος, 1991).

Ένα έτος νωρίτερα (483 π.Χ.) η τύχη ευνόησε την Αθήνα καθόσον ανακαλύφθηκε στο Λαύριο[2] νέα φλέβα αργύρου, αξίας περίπου 100 ταλάντων (Matyszak, 2019). Η μεταξύ των δύο ανδρών (Θεμιστοκλή και Αριστείδη) ένταση οξύνθηκε, όταν οι Αθηναίοι, συζητούσαν στην Εκκλησία του Δήμου για τον τρόπο αξιοποίησης των πρόσθετων 100 ταλάντων (ισοδύναμα με 600.000 δραχμές της εποχής, όταν το ημερομίσθιο του μέσου Αθηναίου ήταν μία δραχμή περίπου), τα οποία έκτακτα απέδωσαν τα μεταλλεία του Λαυρίου (Κυριαζής, 1984). Ο Αριστείδης επέμενε στην απόδοση του εσόδου αυτού, (ως οικονομικό πλεόνασμα) στους Αθηναίους πολίτες για κατανάλωση, (πολιτική λαϊκισμού, βραχυχρόνια, στηριγμένη σε διανομή εφάπαξ επιδόματος), σε απόλυτη αντίθεση με τον Θεμιστοκλή, ο οποίος πρότεινε πιεστικά τη ναυπήγηση πολεμικών πλοίων, (πολιτική επενδύσεων και ασφάλειας, μακροχρόνιου χαρακτήρα). Σημειώνεται ότι εάν τα ανωτέρω έσοδα διανέμονταν ισομερώς σε όλους τους Αθηναίους, θα λάμβανε ο καθένας περίπου 10 δραχμές, ήτοι 10 ημερομίσθια.

Υπογραμμίζεται ότι το ναυπηγικό πρόγραμμα του Θεμιστοκλή δεν αναφερόταν απλά, σε μία αύξηση, έστω μεγάλη του αριθμού των πολεμικών πλοίων της Αθήνας, αλλά στον διπλασιασμό τους (!) με όλα τα συναφή επακόλουθα σε προσωπικό, πόρους, εκπαίδευση, υποδομές, συντήρηση. Ο Θεμιστοκλής, λαμβάνοντας υπόψη ότι από το προηγούμενο έτος είχαν επικρατήσει στην Αθήνα οι δημοκρατικοί, τόλμησε να επιζητήσει από τον λαό να απορρίψει την επιδοματική πολιτική της διανομής αυτού του «πλεονάσματος», ώστε να κατασκευαστούν τριήρεις, για να αντιμετωπιστεί ο ναυτικός – εμπορικός ανταγωνισμός των Αιγινητών και των Κορινθίων. Εκμεταλλεύτηκε έντεχνα το μίσος των Αθηναίων για τους δύο «γείτονες» τους και την έντονη διάθεση που είχαν να τους κερδίσουν στην επόμενη σύγκρουση (Μαριδάκης, 1963). Με παραινέσεις, κολακείες και πιέσεις κατόρθωσε να εμπνεύσει τον Δήμο, την πλειοψηφία του λαού, να απαρνηθεί τις παροδικές απολαύσεις και να εγκρίνει το ναυτικό του πρόγραμμα προσφέροντας τα χρήματα του Λαυρίου[3].

Η ικανότητα της πειθούς που διέθετε καταδεικνύει το μέγεθος της ηγετικής του μορφής. Μετέβαλε την αρχική-αντίθετη γνώμη των συμπολιτών του εύκολα με το ανωτέρω επιχείρημα, και δεν επέλεξε ως αιτιολογία τον κίνδυνο του Ξέρξη Α΄ και των Περσών, που ήταν ακόμη μακροχρόνιος και ο φόβος που προκαλούσε δεν ήταν ακόμη αισθητός και σοβαρός.

Η πολιτική διαμάχη είχε οδηγήσει σταδιακά στην εξορία όλων των αντιπάλων του Θεμιστοκλή και στην απόλυτη πλέον εφαρμογή του ναυτικού του προγράμματος: σε απίστευτα μικρό χρονικό διάστημα ήταν πανέτοιμες 100 τριήρεις, ταχύτατα κωπήλατα πολεμικά πλοία, που για πρώτη φορά κατασκευάστηκαν συγκεντρωτικά. Η ναυπήγηση αυτή συνιστά ένα τιτάνιο έργο μέσα σ΄ ένα έτος, (από την άνοιξη του 482 έως την άνοιξη του 481 π.Χ., στην διάρκεια του επώνυμου άρχοντα της πόλης Νικομήδη), παρά τα περιορισμένα μέσα που διέθεταν οι Αθηναίοι (Κυριαζής, 2002). Σύμφωνα με τον Garland (2018) από τον Ιούλιο του 483 π.Χ., επιδόθηκαν στο έργο της ενίσχυσης του στόλου τους, ο οποίος κατά την εποχή εκείνη εκτιμάται ότι αριθμούσε περί τις 100 τριήρεις. Εκτός από τη ναυπήγηση μεγάλου αριθμού πλοίων, το όλο εγχείρημα προϋπόθετε και την απόκτηση, από τα πληρώματα 40.000 ανδρών, δεξιοτήτων κατάλληλων για τον πόλεμο στην θάλασσα, την προμήθεια υλικών συντήρησης, συμπληρωματικών εφοδίων, σκευοθηκών, την κατασκευή αρχικών υποδομών-λιμενικών & υποστηρικτικών έργων, κ.α.). Το αποτέλεσμα της γιγάντιας προσπάθειας ήταν θεαματικό, καθώς φθάνοντας το καλοκαίρι του 480 π.Χ., (σε συνολικό διάστημα μικρότερο των τριών ετών), οι Αθηναίοι είχαν πετύχει το στόχο τους, διαθέτοντας με σημαντική διαφορά το μεγαλύτερο ναυτικό στην Ελλάδα[4]. Το μειονέκτημα ήταν ότι πλέον ήταν εξαιρετικά ευάλωτοι σε ενδεχόμενη χερσαία εισβολή. Ωστόσο, η ναυπήγηση των 100 τριηρών, αριθμός πρωτοφανής για τα δεδομένα της εποχής θα είχε σημαντικές οικονομικές, εμπορικές, κοινωνικές, πολιτικές και άλλες συνέπειες[5].

Περαιτέρω, βάσει του σχεδιασμού του, ο Θεμιστοκλής μετέφερε το ναύσταθμο από το ανυπεράσπιστο Φαληρικό όρμο στον Πειραιά, που μπορούσε να οχυρωθεί. Έπραξε, όχι αυτό που ειρωνικά τονίζει σε έργο του ο Αριστοφάνης: «έδωσε στην πόλη τον Πειραιά για προσφάι». Αντίθετα πρόσδεσε την πόλη της Αθήνας στον Πειραιά και τη θάλασσα.

Πέραν όμως της αξιοσύνης του Θεμιστοκλή, θα πρέπει να τονιστεί και η πατριωτική, συλλογική και συγκινητική επιλογή των πολιτών. Θυσιάζουν βεβαίως τα προσωπικά τους συμφέροντα στον βωμό της πατρίδας, αλλά το πράττουν μόνο όταν πειστούν ότι με αυτήν την θυσία, προάγεται πράγματι το συμφέρον της πόλης, το γενικό συμφέρον. Ο δαιμόνιος Θεμιστοκλής είχε κεντρίσει την φιλοπατρία και την υπερηφάνεια τους και τα κατάφερε εν μέσω ισχυρών αντιδράσεων. Ο νέος στόλος θα ήταν στόλος κάθε Αθηναίου, γιατί όλοι θα είχαν προσφέρει χρήματα για τη ναυπήγησή του[6].

Μία ανάλογη μνημειώδης και ταχεία ανακατεύθυνση, των ανθρώπων, της εκπαίδευσής τους και των υλικών πόρων, πραγματικά δεν έχει υπάρξει στην Ιστορία των συγκρούσεων.

 

ΣΥΝΕΧΕΙΑ

 

 

*Το παρόν κείμενο αποτελεί διαμορφωμένο τμήμα, αδημοσίευτης εργασίας για τον Θεμιστοκλή, (υπό έκδοση βιβλίο για να τον τιμήσει ενόψει της συμβατικής επετείου των 2.500 ετών από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας), των συγγραφέων Ιωάννη Βιδάκη και Δημητρίου Γεωργαντά.
Ιωάννης Βιδάκης: Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αιγαίου, (Σχολή Επιστημών της Διοίκησης, Τμήμα Ναυτιλίας και Επιχειρηματικών Υπηρεσιών, Χίος), MΔΣ στα Οικονομικά, στη Ναυτική Επιστήμη & Στρατηγική, στην Εκπαίδευση, MSc. Logistics. Αρχιπλοίαρχος (Ο) ΠΝ, ε.α., (e-mail: johnvidos2000@yahoo.gr).
Δημήτριος Γεωργαντάς: ΜΔ στις Αμυντικές και Στρατηγικές Σπουδές, στη Ναυτική Επιστήμη & Στρατηγική, στην Διοίκηση Μονάδων Υγείας, στην Διοίκηση Πολιτιστικών Μονάδων, MSc. Logistics. Υποναύαρχος (Ο) ΠΝ, ε.α., (e-mail: geoioaeba@yahoo.gr).
Γεώργιος Βλάχος: Οικονομολόγος και Διοικητικός & Πολιτικός Επιστήμονας με εξειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις, κάτοχος ΜΔΣ με τίτλο «Παγκόσμιες Προκλήσεις & Συστήματα Αναλύσεων» και κατεύθυνση στην «Ανάλυση Δεδομένων στην Παγκόσμια Πολιτική», (MSc. in Data Analysis in Global Politics), Πλοίαρχος (Ο) ΠΝ σε εφεδρεία, (e-mail: spartian2005@yahoo.gr).

[1] Θήτης. Η λέξη συναντάται στον Όμηρο. Θής, θητός, πιο πιθανή ετυμολογία από το τίθημι, τίθεμαι: θέτω τον εαυτό μου στην δούλεψη, στην υπηρεσία κάποιου. Στην αρχαία Αθήνα υπήρχε η τάξη των θητών, η τελευταία κοινωνική τάξη, με το μικρότερο έως ανύπαρκτο εισόδημα. Η ζωή ήταν δύσκολη για τους «ελεύθερους και πένητες»: ο άνθρωπος έχει ελευθερία, όση του επιτρέπουν οι οικονομικές του δυνάμεις. Όσοι δεν είχαν ακίνητη περιουσία, ή στη συνέχεια δεν μπόρεσαν να την διατηρήσουν, περιέπεσαν στην τάξη των ακτημόνων, που για να επιβιώσουν έπρεπε να μισθώσουν τη σωματική τους δύναμη στους αγρούς των πλουσίων, ένα πλήθος ανθρώπων με έλλειψη γης και επαγγελματικής ειδίκευσης. Ζούσαν όπως μπορούσαν. Στην ομηρική εποχή ο όρος σήμαινε τον πολίτη που είχε χάσει την γη του και επομένως κάθε δεσμό με το γένος και την κοινότητα. Ήταν ελεύθεροι πολίτες, στην δούλεψη αυτών που κατείχαν την γη, εκτεθειμένοι μόνιμα στην εκμετάλλευση των ιδιοκτητών της.
Πηγή: http://sites.google.com/site/bishopphotios/home/dokimia/
koinonikediastromatosekaipolitikadikaiomatastenarchaiaathenakaistesparte
[2] Από το 483 έως το 431 π.Χ. στα μεταλλεία του Λαυρίου παράγονταν 20 τόνοι καθαρού αργύρου. Από έναν τόνο μεταλλεύματος αργυρούχου μολύβδου εξάγονταν ένα κιλό καθαρός άργυρος. Η μία δραχμή περιείχε 4,3 γραμμάρια αργύρου (Τάσιος, 2020).
[3] Ο άργυρος του Λαυρίου χρησιμοποιείται για τα νομίσματα της Αθήνας, ενώ μέρος από τα έσοδα των μεταλλείων μοιράζεται στους πολίτες. Το Δημόσιο Ταμείο της πόλης είχε ετήσια έσοδα 50-100 τάλαντα, από τα μεταλλεία του Λαυρίου.
[4] “Έχουμε γη και πατρίδα όσο έχουμε πλοία στην θάλασσα”, Θεμιστοκλής καταγεγραμμένος από τον Ηρόδοτο.
[5] Η ναυπήγηση ενός τόσου μεγάλου αριθμού πλοίων σε ελάχιστο χρόνο για τα δεδομένα της Αττικής προκάλεσε μεταξύ άλλων αρχικά και τη συρροή πολλών ξένων τεχνιτών, επειδή δεν επαρκούσαν οι εγχώριοι. Το ημερομίσθιο αυξήθηκε, η ζωή έγινε ακριβότερη και οι συντηρητικοί άρχισαν να μιλούν για αλλοίωση των ηθών, λόγω της συγκέντρωσης των ξένων. Την ώρα λοιπόν όπου ο διορατικός προοδευτικός Θεμιστοκλής έθετε τις βάσεις για τη σωτηρία του ελληνισμού, αλλά και της μετέπειτα αθηναϊκής ηγεμονίας, οι πολιτικοί του αντίπαλοι μιλούσαν για αλλοίωση των ηθών από τους ξένους εργάτες και τεχνίτες.
[6] Σύμφωνα με την άποψη του Γιαννάτου (2020), η ιδέα του «CROWDFUNDING» φέρεται να ξεκίνησε ουσιαστικά από την αρχαία Αθήνα, την εποχή του Θεμιστοκλή. Το Crowdfunding αποτελεί μία μέθοδο άντλησης κεφαλαίων μέσω της συλλογικής προσπάθειας φίλων, οικογενειών, πελατών και μεμονωμένων επενδυτών.
Πολλά χρόνια αργότερα εξακολουθεί να υπάρχει η ανάγκη για την εξεύρεση κεφαλαίων για τη ναυπήγηση ή/και αγορών πολεμικών πλοίων. Το 1886 συστήνεται η «Εταιρεία για Σχηματισμό Εθνικού Στόλου». Το 1900 διαλύθηκε η αναφερομένη εταιρεία και ιδρύθηκε το «Ταμείο Εθνικού Στόλου». Διαχρονικά οι προσφορές ήταν σημαντικές, με πιο αξιόλογες τις δωρεές από ομογενείς της Αιγύπτου, Μαύρης Θάλασσας, Ινδίας, Κίνας, Αιθιοπίας και Νέας Ζηλανδίας. Από την περιουσία που συγκέντρωσε το ΤΕΣ αγοράστηκαν το θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ», αντιτορπιλικά, τορπιλάκατοι, κ.α. Με την εισβολή του «Αττίλα» στην Κύπρο το 1974, Έλληνες εφοπλιστές πρόσφεραν 44 εκατ. δολ. και ναυπηγήθηκαν έξι (6) πυραυλάκατοι, ενώ στο πρόγραμμα συνέβαλαν και Έλληνες του εξωτερικού με 10 εκατ. δολάρια. Πηγή: http://www.tovima.gr/2010/03/07/politics/i-ellada-twn-ethnikwn-eranwn/