Εξορυκτική βιομηχανία: Μια αφύπνιση (1)

 

Ο κλάδος των ορυκτών πρώτων υλών, που σήμερα εξασφαλίζει 3,4% του ΑΕΠ στην χώρα (εκτιμήσεις μιλούν για «εύκολη» υπέρβαση του 5% αν μη και για διπλασιασμό του υπό προϋποθέσεις) έχει συνηθίσει – και μας έχει συνηθίσει  – σε μια ιδιαίτερα «διακριτική» παρουσία. Εύκολα μπορεί να υποθέσει κανείς τον λόγο: έχει διαχρονικά συσχετισθεί με μια οχλούσα δραστηριότητα που, ακόμη και προτού εκδηλωθεί η ευαισθησία με το περιβάλλον ή /και την υγεία στις τοπικές κοινωνίες (να θυμηθούμε τα νταμάρια της Πεντέλης; τις «κόκκινες λάσπες» στον μυχό του Κορινθιακού από τους βωξίτες;), μόνο να κερδίσει είχε από την διατήρηση χαμηλού προφίλ.

Ήρθαν πιο πρόσφατες και πιο έντονα μηντιακά παρούσες περιπτώσεις, με αποκορύφωση του χρυσού στην Χαλκιδική που κατόρθωσε και εγκαταστάθηκε στην κεντρική πολιτική σκηνή ως διακύβευμα, και ο κλάδος συνολικά έδειχνε να υιοθετεί μια πολιτική συνολικής έκλειψης από την δημοσιότητα – ή, πάντως, μια επικοινωνιακή πολιτική παράπονου. Αυτή η στάση άρχισε εδώ και καιρό να διαφοροποιείται. Ήδη, με μια ανοιχτή ενημερωτική συζήτηση που οργάνωσε ο Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων – ο σεβάσμιος ΣΜΕ που οι παλαιότεροι ακριβώς τον γνωρίζουν από την διατήρηση όσο χαμηλότερων τόνων γίνεται… – επιχείρησε να θέσει τον προβληματισμό σε διαφορετική βάση.

Κρατώντας μεν τους χαμηλούς τόνους, αλλά με πολύ περιεχόμενο, ο Πρόεδρος του ΣΜΕ Αθανάσιος Κεφάλας «άνοιξε τα χαρτιά» του κλάδου, απαντώντας και στις πιο αιχμηρές ερωτήσεις. Περιέγραψε έναν κλάδο πλούσιο σε προϊόντα – η ποικιλία ορυκτών στην Ελλάδα υπήρξε ανέκαθεν μεγάλη – και με ισχυρή ενσωμάτωση τεχνολογίας, αλλά και διεθνοποίηση τις τελευταίες δεκαετίες (Lafarge, Imerys, Eldorado). Εξήγησε βήμα-βήμα πώς είτε στα προϊόντα που εξαρτώνται από τις διεθνείς διακυμάνσεις τιμών χρηματιστηριακού τύπου, είτε και απ’ εκείνα που επιλέγουν ή υποχρεούνται να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις των εξειδικευμένων πελατών, η δραστηριοποίηση στον κλάδο επιβάλλει εξαιρετικά μακροπρόθεσμο ορίζοντα, υψηλές επενδύσεις, αναζήτηση σταθερών αποδόσεων. Όλα – διατί να το κρύψωμεν, άλλωστε; – στοιχεία που δύσκολα συσχετίζονταν ανέκαθεν με την Ελληνική πραγματικότητα, τελευταία όμως ακόμη λιγότερο μπορεί να τα βρει κανείς.

Έτσι, η ανάγκη μετάβασης από τα 40-42 έτη σε διάρκειες 70ετίας (που αποτελούν και διεθνώς κρατούσα συνθήκη) μέσα από το νέο, υπό διαβούλευση νομοθετικό πλαίσιο και – ακόμη περισσότερο – η εξασφάλιση αντικειμενικού τρόπου αδειοδότησης και παράτασης αδειών (με βάση την επένδυση, την τήρηση των περιβαλλοντικών κανόνων και την σωστή οικονομική εκμετάλλευση) αποτελούν προϋποθέσεις για να προχωρήσει ο κλάδος. Οι σχέσεις με την Πολιτεία, η διάθεση διαβούλευσης κυρίως, θεωρούνται ικανοποιητικές – όμως και ο χρόνος αφήνεται «εύκολα» να φεύγει και οι δισταγμοί παραμένουν.

Στο θέμα όμως θα επανέλθουμε…