Οικονομική Επιθεώρηση, Aύγουστος 2020, τ. 997

από τον Τhe Economist

Επαναπατρισμός δυνάμεων

Πώς θα εξελιχθεί η ακατανόητη πρόταση Τραμπ να αποσυρθούν αμερικανικά στρατεύματα από τη Γερμανία

 

«Είναι σαν να παθαίνεις εγκεφαλικό, κι ύστερα να παθαίνεις δεύτερο μέσα στο ασθενοφόρο», λέει με αναστεναγμό ο Στέφαν Βάιλερ, υπεύθυνος για θέματα οικονομικής ανάπτυξης στο Καϊζερσλάουτερν της νοτιοδυτικής Γερμανίας. Ήδη η πόλη του παλεύει με υψηλά χρέη και με τις επιπτώσεις της πανδημίας Covid-19. Ύστερα όμως ήρθε να προστεθεί η αναγγελία από τον Ντόναλντ Τραμπ ότι οι ΗΠΑ θα αποσύρουν 9.500 από τους 14.500 στρατιώτες που εδρεύουν εκεί – κάπου 50.000, Αμερικανοί στρατιώτες, πολιτικό προσωπικό και μέλη οικογενειών που ζουν στη Γερμανία. Η εκεί βάση απασχολεί 2.700 ντόπιους – συν δεκάδες χιλιάδες σε έμμεσες θέσεις εργασίας, από ξενοδοχεία μέχρι προμηθευτές ανταλλακτικών. «Είναι γείτονές μας, νοικιάζουν τα σπίτια μας, τα παιδιά μας παίζουν ποδόσφαιρο με τα δικά τους», εξηγεί ο Ραλφ Χέχνερ, δήμαρχος του κοντινού Ράμσταϊν-Μίσενμπαχ, δίπλα σε άλλη αμερικανική βάση.

Αυτά τα θετικά τοπικά αισθήματα δημιουργούν ηχώ σε εθνική κλίμακα στη Γερμανία. Επί δεκαετίες, δεκάδες αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις –κυρίως στον Νότο της Γερμανίας, που είχε αποτελέσει τη ζώνη αμερικανικής κατοχής μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (βλέπε τον χάρτη)– είχαν δημιουργήσει σταθερούς δεσμούς μεταξύ των νατοϊκών συμμάχων. «Είχα συνηθίσει να δέχομαι επίσκεψη κάθε χρόνο από τον πρωθυπουργό της Βαυαρίας», αναλογίζεται ο Τζιμ Τάουνσεντ, που επί σειρά ετών ήταν ανώτατος διοικητής του Πενταγώνου στην Ευρώπη. «Είχαμε μεγάλη σημασία γι’ αυτόν, είχε μεγάλη σημασία για μας».

Ο Ντόναλντ Τραμπ, μαζί και υποκατάστατά του όπως ο αγροίκος Ρίτσαρντ Γκρένελ, τον οποίο είχε ορίσει πρέσβυ των ΗΠΑ στο Βερολίνο, εδώ και καιρό απειλούσαν να μειώσουν την αμερικανική παρουσία στη Γερμανία. Αυτή τη φορά, όμως, οι απειλές δείχνουν πειστικές. Σε δημόσια συγκέντρωση στις 20 Ιουνίου στην Οκλαχόμα, ο Ντ. Τραμπ αιτιολόγησε την πρότασή του με μια καταγγελία που συνηθίζει: η «επιλήσμων των υποχρεώσεών» της Γερμανία χρησιμοποιεί αδάπανα την αμερικανική προστασία, επενδύοντας περιορισμένα μόνο ποσά για την άμυνά της – και τούτο την ώρα που στηρίζει ρωσικό αγωγό φυσικού αερίου. «Και ως επιστέγασμα όλων αυτών, μας κακομεταχειρίζονται άσχημα στα θέματα εμπορίου», πρόσθεσε με έμφαση ο πρόεδρος. Την ακριβώς επόμενη μέρα, ο Ρόμπερτ Ο’ Μπράιαν, Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Τραμπ, επιχείρησε να προσθέσει εκ των υστέρων μια στρατηγική λογική στην απόφαση του αφεντικού του: η πρακτική των ισχυρών δυνάμεων σε λογική στρατοπέδευσης, με οικογένειες και τα σχετικά, έχει καταστεί πλέον «ξεπερασμένη», όπως έγραψε στη Wall Street Journal – και τούτο επειδή «η σύγχρονη μάχη προσλαμβάνει χαρακτήρα εκστρατείας». Αμερικανικά στρατεύματα χρειάζονται πλέον στην Ασία, προκειμένου να αντικρίζουν τη δύναμη της Κίνας, πρόσθεσε.

Μια τέτοια προσέγγιση «δεν θα μπορούσε να περάσει εξετάσεις» σε οποιαδήποτε στρατιωτική σχολή σύμφωνα με τον Μπεν Χότζες, επικεφαλής των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη μέχρι το 2017. Μολονότι η αναφερθείσα μείωση αντιπροσωπεύει μόλις το 15% των δυνάμεων που σταθμεύουν στην Ευρώπη, η Γερμανία αποτελεί κεντρικό αρμό της πολεμικής μηχανής των ΗΠΑ διεθνώς. Τα ευρωπαϊκά και αφρικανικά στρατηγεία του Πενταγώνου, που ελέγχουν το σύνολο των στρατιωτών, των τανκς, των πολεμικών πλοίων και αεροσκαφών στις περιοχές τους, έχουν ως έδρα τη Στουτγκάρδη. Το ευρωπαϊκό αρχηγείο του αμερικανικού στρατού βρίσκεται στο Βισμπάντεν. Η Γερμανία φιλοξενεί πέντε από τα επτά μεγάλα στρατόπεδα στην Ευρώπη – συμπεριλαμβανομένης της μεγαλύτερης βάσης εκτός Αμερικής, του Γκράφενχερ (Grafenwoehr). Το Ραμστάιν αποτελεί κόμβο από τον οποίο κατευθύνονται τα πλήγματα με drones στο Αφγανιστάν, το Πακιστάν, τη Σομαλία και την Υεμένη (πράγμα που έχει δημιουργήσει μια σχετική ταραχή στους Γερμανούς). Το στρατιωτικό νοσοκομείο του Λάντστουλ έχει φροντίσει από το 2001 95.000 Αμερικανούς τραυματίες από Ιράκ και Αφγανιστάν. «Ο χρόνος που εξοικονομήθηκε και οι ζωές που σώθηκαν είναι κυριολεκτικά απίστευτα», θεωρεί η Ρέιτσελ Ελεχάους, πρώην στέλεχος του Πενταγώνου και ήδη μέλος του Κέντρου Μελετών Στρατηγικών και Διεθνών Ερευνών. Σε γειτονική θέση χτίζεται –με κόστος 990 εκατ. δολάρια– νέα εγκατάσταση, την οποία οι ντόπιοι έχουν βαφτίσει «UFO».

Αν τώρα υπάρξει σημαντική μείωση δυνάμεων, δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι έχει προηγηθεί η επί δεκαετίες σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής παρουσίας. Από το 1950 μέχρι και το 2000 πάνω από 10 εκατομμύρια Αμερικανών στρατιωτών ανακυκλώθηκαν μέσω Γερμανίας, ενώ ο μέσος όρος εκείνων που βρίσκονταν κάθε φορά στο γερμανικό έδαφος σ’ αυτή την περίοδο ήταν γύρω στα 250.000 άτομα. Στο γύρισμα της χιλιετίας, ωστόσο, ο αριθμός αυτός είχε υποχωρήσει κάτω από τις 70.000, ενώ μεταξύ 2006 και 2008 περικόπηκε και πάλι κατά 50%. Τέλος, μεταξύ 2005 και 2020 το συνολικό αποτύπωμα των ΗΠΑ στην Ευρώπη έχει περιοριστεί κατά περισσότερο από 1/3.

Όλα αυτά δεν έχουν αφήσει μεγάλα περιθώρια για περικοπές. Οι εναπομένουσες αμερικανικές επιχειρησιακές δυνατότητες ανά την Ευρώπη καλύπτουν με τόσο αραιά παρουσία μια ποικιλία λειτουργιών, ώστε η περικοπή οποιασδήποτε απ’ αυτές κατά 30% ουσιαστικά θα την ακύρωνε: αυτή είναι η κρίση που διατυπώνει ο στρατηγός Χότζες. Η αίσθηση είναι ότι οι Αμερικανοί στρατηγοί που βρίσκονται στη Γερμανία έχουν σοκαριστεί από την πρόταση Τραμπ.

Πάντως, η δημόσια αντίδραση για το σχέδιο μεταξύ των ίδιων των Γερμανών είναι γενικώς κάτι σαν σήκωμα των ώμων. Παρακολουθώντας την αντιπαράθεση μεταξύ Λευκού Οίκου και Πενταγώνου, οι Γερμανοί επίσημοι αισθάνονται ακριβώς αυτό: θεατές. Μόλις οι μισοί Γερμανοί ψηφοφόροι θεωρούν ότι οι αμερικανικές βάσεις είναι σημαντικές για την εθνική ασφάλεια της χώρας τους. Μολονότι η Γερμανία εξακολουθεί να εμφανίζει σαφή υστέρηση έναντι του στόχου στρατιωτικών δαπανών, που το ΝΑΤΟ έχει τάξει σε 2% του ΑΕΠ (βλέπε Διάγραμμα), στόχου που προτίθεται να έχει φτάσει μόλις το 2031, οι πρόσφατες αυξήσεις του αμυντικού της προϋπολογισμού σημαίνουν ότι σε απόλυτα μεγέθη δεν παρουσιάζει μεγάλη διαφορά από της Γαλλίας ή της Βρετανίας. Οι αμερικανικές αιτιάσεις δεν έχουν, συνεπώς, την ίδια πειστικότητα που είχαν σε προηγούμενες εποχές.

Ανατολικότερα, πάντως, παρατηρείται μεγαλύτερη ανησυχία. Μείωση δυνάμεων στη Γερμανία θα επέφερε εξασθένηση της δυνατότητας αποστολής ενισχύσεων σε «προκεχωρημένες» δυνάμεις μάχης που βρίσκονται στην Πολωνία ή τις βαλτικές χώρες, όπου λειτουργούν ως αποτροπή έναντι της Ρωσίας. Ακόμη χειρότερη είναι η τάση των ΗΠΑ να θέτουν τους συμμάχους σε αντίθεση ανάμεσά τους: στις 24 Ιουνίου, ο πρόεδρος Τραμπ ανέφερε –δίπλα στον επισκεπτόμενο τις ΗΠΑ Πολωνό πρόεδρο Αντρέι Ντούντα (ο οποίος αντιμετώπιζε άμεσα εκλογές)– ότι ορισμένες αμερικανικές δυνάμεις θα μπορούσαν να μετακινηθούν από Γερμανία σε Πολωνία. Μόλις πέρσι τον Ιούνιο συμφωνήθηκε η αποστολή πρόσθετων 1.000 Αμερικανών στρατιωτών στην Πολωνία, πέραν των 4.500 που ήδη βρίσκονται εκεί. Πάντως, ο Πολωνός πρόεδρος αισθάνθηκε υποχρεωμένος να πει ότι είχε ζητήσει από τον Ντόναλντ Τραμπ να μην αποσυρθούν καθόλου αμερικανικές δυνάμεις από την Ευρώπη.

Στις ΗΠΑ οι ανακοινώσεις Τραμπ είχαν ένα αναπάντεχο αποτέλεσμα: η αντιπολίτευση στο εσωτερικό του δικομματικού πολιτικού σκηνικού εντάθηκε. 22 Ρεπουμπλικανοί στο Κογκρέσο διατύπωσαν δημόσια την άποψη ότι περικοπή των στρατιωτικών δυνάμεων στην Ευρώπη θα υπονομεύσει τη στρατιωτική αποτελεσματικότητα των ΗΠΑ. Νομοσχέδιο των Δημοκρατικών επιχειρεί να αποτρέψει τη χρηματοδότηση των ίδιων των ενεργειών που θα ήταν αναγκαίες για την απόσυρση δυνάμεων […]. Παράλληλα, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Χάικο Μάας προειδοποιεί ότι το άνοιγμα του Ατλαντικού δείχνει να μεγαλώνει: οι αντιπαραθέσεις για την ενέργεια, τις εμπορικές σχέσεις, την ασφάλεια και την Κίνα έχουν φθάσει πλέον να επικαλύπτουν το σύνολο των σχέσεων στην περιοχή αυτή του κόσμου.