Επαναπροσεγγίζοντας την φορολογική πολιτική

 

Η συχνότερη προσέγγιση των φορολογικών στην δημόσια συζήτηση είναι είτε ένα συνεχές παράπονο (στα όρια της γκρίνιας) για την υπερφορολόγηση και την εξάντληση της φοροδοτικής ικανότητας νοικοκυριών και επιχειρήσεων, είτε έστω μια προσέγγιση στις δυσλειτουργίες και στρεβλώσεις – διαχρονικά – του φορολογικού μηχανισμού. Με περισσήν πολιτική αντιδικία, με έμφαση στα ακραία (και δεν είναι και τόσο σπάνια) παραδείγματα παραλογισμού. Α, ναι, και επαναφορά της ανάγκης για σταθερό φορολογικό σύστημα» – που συνεχώς διακηρύσσεται, παγίως αναγνωρίζεται και… πάλι από την αρχή!

Τον αντίθετο δρόμο ακολούθησε η χθεσινή ημερίδα του Ελληνικού τμήματος της ΙFA/Διεθνούς Ένωσης Φορολογικού Δικαίου και της Ελληνικής Εταιρείας Φορολογικού Δικαίου και Δημοσιονομικών Μελετών, που συνειδητά μίλησε για την φορολογική πολιτική ως εργαλείο που δεν μπορεί παρά να έχει μακροοικονομική στόχευση, ή πάλι αναζήτησε τις περιπτώσεις αντιαναπτυξιακής επίπτωσης συγκεκριμένων παθογενειών του συστήματος.

«Πέρα από την ιδεολογία και τις πολιτικές προτιμήσεις , να δούμε πώς θα διαμορφωθούν πλαίσια άσκησης αποτελεσματικής πολιτικής»: αυτή ήταν η εισαγωγική διακήρυξη του Θόδωρου Φορτσάκη, Καθηγητή στο ΕΚΠΑ που εισήγαγε την συζήτηση από πλευράς των διοργανωτών. Με την πρόσθετη παρατήρηση ότι «τα τελευταία χρόνια, η συζήτηση για τα φορολογικά έχει καταστεί πλέον κεντρικό ζήτημα της δημόσιας συζήτησης». Κατά τον Π. Χριστόφορο επίτιμο Σύμβουλο Επικρατείας, ακριβώς η φάση εξόδου από το περιοριστικό πλαίσια των Μνημονίων, χρειάζεται μια συνειδητοποιημένη φορολογική πολιτική – και εφαρμογή της, πράγμα που είναι μια άλλη υπόθεση. «Υπό συνθήκες εξόδου από την κρίση, η φορολογική πολιτική οφείλει κυρίως να υποβοηθά την ανάπτυξη, παρέχοντας – όπου αυτό είναι εφικτό – κίνητρα για την δραστηριοποίηση των συντελεστών της παραγωγής». Μέσα στις εισαγωγικές τοποθετήσεις του απηύθυνε έκκληση για εξορθολογισμό της ευθύνης των μελών διοίκησης των κεφαλαιουχικών εταιρειών, αλλά και για περιορισμό της (εύκολης) τάσης για ποινικοποίηση και των πλέον κοινότυπων καταστάσεων της φορολογικής πραγματικότητας, τάσης που υπερφόρτωσε την Δικαιοσύνη.

Κηρύσσοντας – κατά διόλου τυπικό τρόπο! – την έναρξη των εργασιών, ο επικεφαλής του ΑΑΔΕ Γ. Πιτσιλής επισήμανε την σημασία που προσλαμβάνει η διάδραση της πολιτικής εξουσίας και της φορολογικής διοίκησης (με τον ιδιαίτερο ρόλο της  -ανεξάρτητης – ΑΑΔΕ) με τήρηση όμως της διακριτότητας των ρόλων. Έδωσε έμφαση στην παροχή δεδομένων και στοιχείων, αλλά και την ιστορική μνήμη της Αρχής, που πάντα χρειάζεται για την εύστοχη φορολογική νομοθέτηση. «Όσο αποτελεσματικότερη η διοίκηση, τόσο μεγαλύτερες οι δυνατότητες της φορολογικής πολιτικής […] Αλλά και η φορολογική πολιτική χρειάζεται να συνειδητοποιεί σωστά την πραγματικότητα, στην οποία θα επιδιώξει την εφαρμογή της». Με μόλις υποκρυπτόμενη ανησυχία, ο Γ. Πιτσιλής έκρουσε κώδωνα κινδύνου για την καθυστέρηση που παρατηρείται στην επένδυση σε ανθρώπινους και υλικούς πόρους: χωρίς συνεχή αναβάθμιση, η οποία όμως κοστίζει, υπάρχει ο κίνδυνος η ταχύτητα εξελίξεων «στους άλλους» , ιδίως στην ΕΕ με την χώρα μας.