Καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία μπορεί να κρατήσει χρόνια, είναι πολύ νωρίς για να μαντέψουμε πώς θα τελειώσει. Μπορούμε όμως να βγάλουμε ορισμένα συμπεράσματα

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούλιος 2022, τ.1020

ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

του Νίκου Παπανδρέου

Έχουμε σχεδόν συνηθίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία – έχει πάψει να είναι και το πρώτο θέμα στις ειδήσεις των οκτώ. Όμως δεν παύει να επηρεάζει την καθημερινότητά μας, σε βαθμό που κανείς δεν μπορεί να το αγνοήσει. Δεν είναι μόνο οι τιμές της βενζίνης και του ρεύματος που έχουν φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη. Τώρα μαθαίνουμε ότι και το γάλα θα έχει προβλήματα, με το βάρος των ανατιμήσεων και σοβαρών ελλείψεων να έρχεται το δεύτερο εξάμηνο του έτους. Άρα, πώς να μην έχουμε τον νου μας καθημερινά στον πόλεμο;

Όταν ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν διέταξε την εισβολή του στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου, οραματίστηκε μια γρήγορη κατάληψη του Κιέβου και μια αλλαγή κυβέρνησης ανάλογη με τις σοβιετικές επεμβάσεις στη Βουδαπέστη το 1956 και στην Πράγα το 1968. Ξέρουμε καλά ότι ο πόλεμος μαίνεται ακόμα και λένε ότι μπορεί να κρατήσει χρόνια. Είναι λοιπόν πολύ νωρίς για να μαντέψουμε πότε θα τελειώσει ο πόλεμος. Μπορούμε όμως να βγάλουμε ορισμένα συμπεράσματα.

  • Πρώτον, η πυρηνική αποτροπή δούλεψε. Οι απειλές του Πούτιν για χρήση πυρηνικών όπλων και εμπόδισαν και τρόμαξαν τις Δυτικές κυβερνήσεις από το να στείλουν στρατεύματα στην Ουκρανία. Αυτό το αποτέλεσμα δεν σημαίνει ότι η Ρωσία είναι πιο δυνατή από τη Δύση. Δείχνει ότι η Ρωσία θεωρεί τον έλεγχο της Ουκρανίας ως πιο σημαντικό απ’ ό,τι η Δύση. Όπως είπε στενός μου φίλος: «Έ όχι και να πάμε σε τρίτο παγκόσμιο για να μπει η Ουκρανία στο ΝΑΤO!» Το ζήτημα «Ουκρανία» έχει άλλο νόημα για την Αμερική συγκεκριμένα – είναι σημαντικό για πολλούς λόγους, αλλά προφανώς όχι ζωτικό.
  • Δεύτερον, οι καλές οικονομικές σχέσεις και η αλληεξάρτηση της μιας οικονομίας από την άλλη δεν εμποδίζουν τον πόλεμο, αν και μειώνουν τις πιθανότητες. Άλλωστε, η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργήθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ακριβώς για να φέρει τις οικονομίες της Ευρώπης τόσο κοντά ώστε να μην θέλει κανείς τον πόλεμο – ένα επιχείρημα που λειτουργεί ως τώρα, στην Ευρώπη τουλάχιστον. Ήταν η δικαιολογία του πρώην καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ – να συνεχίσουν να αλληλεξαρτώνται (μέσω του πετρελαίου) η Γερμανία και η Ρωσία. Η κυβέρνησή του αύξησε τις εισαγωγές και την εξάρτησή της από το ρωσικό πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, ελπίζοντας ίσως ότι η διακοπή των εμπορικών δεσμών θα ήταν πολύ δαπανηρή για την κάθε πλευρά. Όμως, ενώ η οικονομική αλληλεξάρτηση μπορεί να αυξήσει το κόστος του πολέμου, σαφώς δεν τον εμποδίζει.
  • Τρίτον, το πετρέλαιο δεν είναι το κατάλληλο «όπλο» για να γονατίσει η μια πλευρά την άλλη. Όπως σημειώνει ο αναλυτής Joseph Nye, η Ρωσία εξαρτάται από τα έσοδα από τις εξαγωγές ενέργειάς της για να χρηματοδοτήσει τον πόλεμό της, αλλά η Ευρώπη εξαρτάται τόσο πολύ από τη ρωσική ενέργεια που δεν αντέχει να τη διακόψει, όπως βλέπουμε. Το όπλο του εμπάργκο στο πετρέλαιο τελικά είναι τζούφιο, χωρίς δόντια.
  • Τέταρτον, οι κυρώσεις αύξησαν το κόστος του πολέμου για τη Ρωσία, αλλά σημειώνουμε ότι δεν καθορίζουν το πώς θα εξελιχθεί ο πόλεμος. Ο διευθυντής της CIA Ουίλιαμ Μπερνς (πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Ρωσία) φέρεται να συναντήθηκε με τον Πούτιν τον περασμένο Νοέμβριο και προειδοποίησε, χωρίς αποτέλεσμα, ότι μια εισβολή θα προκαλέσει κυρώσεις. Δεν του άλλαξε τη γνώμη.
  • Πέμπτον, η «αφήγηση» που θα κυριαρχήσει για τον πόλεμο τελικά κάνει τη διαφορά. Οι βαρβαρότητες της ρωσικής εισβολής κυριαρχούν στις ειδήσεις, προκαλώντας μια διεθνή έξαρση αλληλεγγύης, ταυτόχρονα αντιπολεμική (για να σταματήσει και να ανατρέψει τη δολοφονική προέλαση της Μόσχας) και υπέρ της κλιμάκωσης: εκκλήσεις για επιτάχυνση της ροής των Javelins, drones και Stinger πυραύλων προς την Ουκρανία. Το Twitter άναψε με μπλε και κίτρινες σημαίες. Εκατοντάδες εκατομμύρια φιλανθρωπικές δωρεές ρέουν για να βοηθήσουν τους πρόσφυγες, σε συνδυασμό με τα φορτηγά που κατευθύνονται ανατολικά με φρέσκα πυρομαχικά, ενώ η ΕΕ έχει ανοίξει τα σύνορα στους «καλούς» πρόσφυγες της Ουκρανίας.

Τα αποτελέσματα του σύγχρονου πολέμου εξαρτώνται όχι μόνο από το ποιος στρατός κερδίζει, αλλά και από το «ποιο αφήγημα κερδίζει». Η Αμερική, ως σύγχρονη Κασσάνδρα, προέβλεψε την εισβολή και έτσι έκτισε πρώτη το πολιτικό αφήγημα της κακής Ρωσίας. Αυτό συνέβαλε πολύ στη Δυτική αλληλεγγύη όταν η εισβολή έγινε όπως ακριβώς είχε προβλεφθεί. Η Δύση είναι με το πλευρό των θυμάτων.

Η σκληρότητα του Πούτιν στην Ουκρανία προκάλεσε τέτοια αντίδραση ώστε ως και η Γερμανία αναγκάστηκε τελικά να αναστείλει τον αγωγό φυσικού αερίου Nord Stream 2. Τόσο καιρό την πίεζαν οι ΗΠΑ πάνω σε αυτό το θέμα και δεν το είχαν πετύχει. Αντίθετα, ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι, πρώην ηθοποιός, χρησιμοποίησε τις ικανότητές του για να παρουσιάσει ένα ελκυστικό πορτρέτο της χώρας του, εξασφαλίζοντας όχι μόνο τη συμπάθεια αλλά και τον στρατιωτικό εξοπλισμό που είναι απαραίτητος.

  • Έκτον, η περιβόητη τεχνολογική υπεροχή της Ρωσίας στον κυβερνοχώρο δεν αποδείχθηκε στην πράξη ή δεν έφερε τα αποτελέσματα που αυτή ήλπιζε. Η Ρωσία είχε χρησιμοποιήσει τον κυβερνοχώρο για να παρέμβει στο δίκτυο ηλεκτρισμού της Ουκρανίας τουλάχιστον από το 2015. Γι’ αυτό τον λόγο οι αναλυτές της περιοχής είχαν προβλέψει έναν κυβερνοπόλεμο που θα προξενούσε μεγάλες ζημιές στις υποδομές της Ουκρανίας. Ωστόσο, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες υπήρξαν πολλές κυβερνοεπιθέσεις κατά τη διάρκεια του πολέμου, καμία δεν έφερε σημαντικά αποτελέσματα. Ένας λόγος είναι ότι και οι Ουκρανοί ήταν προετοιμασμένοι για τις κυβερνοεπιθέσεις.
  • Έβδομον, ο οποιοσδήποτε πόλεμος είναι εντελώς απρόβλεπτος.

Έτυχε να τελειώσω αυτές τις ημέρες ένα τεράστιο σε όγκο βιβλίο για τις αιτίες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (1914: The Year the World Ended, Paul Ham, 880 σελίδες). Εκεί φαίνονται ξεκάθαρα τα λάθη που οδήγησαν σε έναν πόλεμο που έστειλε στον θάνατο 16 εκατομμύρια νέους και τραυμάτισε σοβαρά άλλα 20 εκατομμύρια. Οι καχυποψίες μεταξύ των χωρών ήταν έντονες και ο ευσεβής πόθος (wishful thinking) ήταν μια αρρώστια των περισσότερων τότε πολιτικών και στρατηγών, που έβλεπαν τα πράγματα μόνο όπως ήθελαν.

Όταν ο Βασιλιάς της Αγγλίας Γεώργιος, σε μια φιλική συζήτηση λίγο πριν από τον πόλεμο, είπε στον αυτοκράτορα και συγγενή του Κάιζερ Βίλχελμ ότι δεν θα κινηθεί καθόλου η Αγγλία αν γίνει πόλεμος, εννοούσε αν γινόταν ένας πόλεμος μεταξύ Αυστρίας και Σερβίας, που ήταν το θέμα της συζήτησης. Ο Γερμανός αυτοκράτορας Βίλχελμ, όμως, μετέδωσε αλλιώς τη συζήτηση. Ενημέρωσε με χαρά τους στρατηγούς της Γερμανίας ότι ο Άγγλος βασιλιάς τού είπε αυτοπροσώπως ότι, και να κάνει η Γερμανία πόλεμο, εκείνος θα μείνει ουδέτερος κι έτσι δόθηκε το πράσινο φως να κηρύξει πόλεμο κατά της Γαλλίας. Όταν τελικά κήρυξε πόλεμο η Αγγλία κατά της Γερμανίας, o Βίλχελμ έλεγε σε όλους ότι ο ξάδερφός του τον πρόδωσε: «Μου υποσχέθηκε ο ξάδερφός μου ο Τζώρτζης ότι η Αγγλία θα παραμείνει αμέτοχη σε περίπτωση σύρραξης!» Τον είπε ψεύτη, όπως και όλοι οι Άγγλοι, που γι’ αυτόν ανήκουν σε μια μικρή ανόητη φυλή απαρτιζόμενη από μικρο-καταστηματάρχες χωρίς μέλλον.

Η υπόσχεση ενός σύντομου πολέμου είναι επικίνδυνα σαγηνευτική. Τον Αύγουστο του 1914, οι Ευρωπαίοι ηγέτες περίμεναν ότι τα στρατεύματα «θα ήταν σπίτι τους μέχρι τα Χριστούγεννα». Αντίθετα, ο πόλεμος βάστηξε τέσσερα χρόνια. Αμέσως μετά την εισβολή της Αμερικής στο Ιράκ το 2003, πολλοί στην Ουάσιγκτον προέβλεψαν ένα «cakewalk» (Mission Accomplished έλεγε το πανό του πολεμικού πλοίου με τον Μπους). Η Αυστριακή Αυτοκρατορία κήρυξε πόλεμο στη Σερβία στις 15 Αυγούστου του 1914, σίγουρη ότι η «κατώτερη φυλή των Σέρβων» θα παραδοθεί σε μια-δυο εβδομάδες.

Τώρα είναι ο Πούτιν που απελευθέρωσε τα επικίνδυνα «σκυλιά του πολέμου». Μπορεί εν τέλει να στραφούν εναντίον του.