Ευρωπαϊκές διαδικασίες, Ευρωπαϊκός ρεαλισμός ή/και κυνισμός

 

Σήμερα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καλείται να συζητήσει, και την επόμενη ημέρα να ψηφίσει – στα πλαίσια της διαδικασίας του Άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΕ – επί της Εκθέσεως Sargentini, με αντικείμενο την «κατάφωρη παραβίαση του Κράτους δικαίου» από την Ουγγαρία. Η Έκθεση Judith Sargentini (Ολλανδή Ευρωβουλευτής, των Πρασίνων) έχει επισημάνει πλήθος παραβιάσεων για τις οποίες εγκαλείται η Κυβέρνηση Όρμπαν – ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, ελευθερία της έκφρασης, δικαιώματα των μεταναστών και των μειονοτήτων (Εβραίων και Ρομά) – και προέκυψε μετά από ευρεία κινητοποίηση εναντίον του καθεστώτος Όρμπαν, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέχρις οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών (ανά την ΕΕ αλλά και στην ίδια την Ουγγαρία).

Η κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 7 είναι ευκολότερο να συζητείται παρά να υλοποιείται – άλλωστε πέρσι είχε ήδη επιχειρηθεί το 2017 το αντίστοιχο εναντίον της Πολωνίας για τις απόπειρες παρέμβασης στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης: θα επανέλθουμε – καθώς, διαδοχικά, χρειάζεται (α) να υποβληθεί πρόταση από την Επιτροπή, το ΕυρωΚοινοβούλιο ή το 1/3 των Κρατών μελών, (β) η πρόταση να εγκριθεί από τα 2/3 του Ευρωκοινοβουλίου, (γ) να δώσει εξηγήσεις το εγκαλούμενο Κράτος-μέλος ενώπιον του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, το οποίο είτε (δ) προβαίνει σε συστάσεις είτε (ε) καταγιγνώσκει παραβίαση (με 4/5 των ψήφων). Και ακόμη είμαστε στην μέση της διαδικασίας, καθώς άμα καταγνωσθεί παρόμοια «κατάφωρη παραβίαση» και το Κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί, (στ) η Επιτροπή ή 1/3 των Κρατών μελών, με (ζ) σύμφωνη γνώμη του Ευρωκοινοβουλίου (με πλειοψηφία 2/3) το εγκαλούμενο Κράτος μέλος άγεται πάλιν ενώπιον του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Εκεί (η) απαιτείται πλέον ομοφωνία για τελική διαπίστωση ότι η κατάφωρη παραβίαση διατηρείται, οπότε και μπορεί (θ) να αποφασισθεί με (απλώς) ειδική πλειοψηφία πλέον, την αναστολή των κατά τις Συνθήκες δικαιωμάτων του εγκαλουμένου Κράτους.

Άμα κανείς φθάσει, έστω απλώς διαβάζοντας την διαδικασία, στο τέλος αυτής της διαδρομής βλέπει γιατί/κατά τι οι όχι σπάνιες πολιτικές κορώνες περί «παραβιάσεων του κράτους δικαίου» (τελευταίως έχουν πυκνώσει οι αναφορές και στην εσωτερική δημόσια συζήτηση, στην Ελλάδα…) περισσότερο λειτουργούν για πολιτική εκτόνωση ή για ανέβασμα έντασης, παρά ως ουσιαστική προοπτική. Οι πλειοψηφίες των 2/3, 4/5 και… η ομοφωνία στην ουσιαστική φάση (εκεί η υπόθεση της Πολωνίας είχε εξαρχής «κολλήσει», αφού τότε η Ουγγαρία του Βίκτορ Όρμπαν είχε δηλώσει ότι θα διαφωνήσει αν έρθει η ώρα) κάνουν την όλη διαδικασία περισσότερο μέσο πίεσης παρά ο,τιδήποτε άλλο.

Επειδή, δε συνήθως θεωρείται ότι παρόμοιες υπόνοιες καταπάτησης του κράτους δικαίου βαρύνουν τις πρώην Ανατολικές χώρες λόγω Κομμουνιστικού παρελθόντος (πέραν της Πολωνίας και της Ουγγαρίας, και η Ρουμανία είχε απειληθεί σχετικώς), ας μην λησμονείται η πολυκρότη κίνηση του άρθρου 7 κατά της Αυστρίας την εποχή της  Δεξιάς-Ακροδεξιάς συγκυβέρνησης με Γιοργκ Χάϊντερ (αρχές της δεκαετίας του 2000), αλλά και την απόφαση της Γαλλίας (ναι, της Γαλλίας) για απέλαση χιλιάδων Ρομά το 2009 (επί Κυβερνήσεως Σαρκοζί  – όχι ακριβώς Κομμουνιστικών φρονημάτων…).

Βέβαια, το βασικό εμπόδιο προκειμένου να προχωρήσει – πάντως στο Ευρωκοινοβούλιο – η υπόθεση Ουγγαρίας/Όρμπαν έγκειται στην υψηλού προφίλ συμμετοχή του στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα/ΕΛΚ, που άλλωστε είναι και ο μεγαλύτερος πολιτικός σχηματισμός στο Κοινοβούλιο. Αντί όμως για την εξαιρετικά επιμελημένη διαδικασία των σοφών διαδοχικών ψηφοφοριών και πλειοψηφιών του άρθρου 7 ΣΕΕ, η παραμονή ή η «έξωση» του Fiderz, δηλαδή του κόμματος Ορμπαν από το ΕΛΚ είναι υπόθεση μιας απλής ψηφοφορίας/απόφασης. Όμως… ο επικεφαλής του ΕΛΚ (πάλιν δι’ απλής ψηφοφορίας) παραμένει ο πολύς Μάνφεντ Βέμπερ, μέλος των Χριστιανοκοινωνιστών/CSU που κατεβαίνει υποψήφιος για την Προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (με την χλιαρή ειν’ αλήθεια στήριξη της μετριοπαθούς Καγκελαρίου Μέρκελ -Χριστιανοδημοκράτη/CDU). Ο Βέμπερ έχει κάνει μέρος της πολιτικής του πλατφόρμας το άνοιγμα προς τον Όρμπαν – αλλά και τον ραγδαία ανερχόμενο Ματέο Σαλβίνι της Λέγκας του Βορρά (με μερικά νομικά προβληματάκια οικονομικών σκανδάλων: πταίσματα!) ώστε «να βρεθούν συμβιβασμοί […] μέσα από συζητήσεις ανάμεσά μας».

Υποσημείωση: ο Μάνφρεντ Βέμπερ είναι «Ελληνικού ενδιαφέροντος» όχι μόνο λόγω των επιθετικών θέσεών του σε προηγούμενες φάσεις της Ελληνικής κρίσης, αλλά και επειδή υπήρξε πολύτιμος σύμμαχος ώστε το ΕΛΚ να τηρήσει αιδήμονα σιγην στο θέμα του Μακεδονικού/της Συμφωνίας των Πρεσπών, Συμφωνίας που έχει βρει κάθετα αντίθετη την ΝΔ (μέλος του ΕΛΚ), και τούτο ενώ ως πολιτική ομάδα η Χριστιανοδημοκρατία είναι απόλυτα ευνοϊκή – ίσως και περισσότερο απ’ ότι οι Σοσιαλδημοκράτες, που έχουν δειχθεί αυστηρότατοι προς την αντίθεση των «δικών τους» ΚινΑλιτών έναντι της ίδιας Συμφωνίας.

Ρεαλισμός; ή κυνισμός;