Ευρωπαϊκές προτεραιότητες και προσεγγίσεις – με κάποιαν Ελληνική διάσταση (συνέχεια)

 

Μένουμε για μιαν ακόμη μέρα στις συζητήσεις που έγιναν στα πλαίσια του Προ-Προεδρικού Συνεδρίου των Ινστιτούτων της TEPSA στην Βιέννη, για τις προτεραιότητες της ΕΕ (δια της Αυστριακής Προεδρίας) το ερχόμενο 6μηνο. (Ας σημειωθεί ότι, μικρή μεν χώρα η Αυστρία, πλην αρκετά επηρεαστική στην διεθνή σκηνή. Διόλου τυχαία, η Αυστρία φαίνεται ότι επιλέγεται ως τόπος για συνάντηση των Προέδρων ΗΠΑ – Ρωσίας, όταν αποφασισθεί ότι έφθασε η ώρα για την γεφύρωση και των ακραίων αντιθέσεων Πούτιν-Τραμπ).

Στην συζήτηση για τα θέματα Ασφάλειας και Φύλαξης Συνόρων – που ήδη είδαμε με αναφορά στις προσφυγικές ροές – η Kristi Raik του Εσθονικού Ινστιτούτου Εξωτερικής Πολιτικής κατέθεσε την άποψη ότι εκείνο το στοιχείο που μπορεί να φέρει ενοποίηση της Ευρώπης εν προκειμένω είναι μια κοινή στρατηγική ανάλυση σχετικά με τις απειλές – πράγμα όμως που δεν έχει προχωρήσει. Η Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη επηρεάζεται αποφασιστικά από την επικαιρότητα, άλλοτε επικεντρώνοντας την προσοχή της στην μεταναστευτική κρίση, άλλοτε στις τρομοκρατικές επιθέσεις, άλλοτε στην αναταραχή στα νότια σύνορα/την Μεσόγειο. Η απαίτηση «να κάνει η Ευρώπη κάτι» δεν κατορθώνει να αποκρυσταλλωθεί σε σχέδιο δράσης και σε πρόθεση συμμετοχής σε πρωτοβουλίες επί του εδάφους όπως στον τομέα της άμυνας, ή ακόμη και της FRONTEX. Ταυτόχρονα, δεν έχει επιτευχθεί μια ενιαία στάση απέναντι στην Ρωσία: οι διαφορές ανάμεσα π.χ. στις Βαλτικές χώρες και τις Μεσογειακές (ή και την Αυστρία) είναι χαρακτηριστικές.

Για την Nicoletta Rirozzi, του Instituto Affari Internazionali της Ρώμης, ο χώρος της ασφάλειας μπορεί μέχρι και να καταλήξει να είναι – για την Ευρώπη – το νέο τείχος άμυνάς της απέναντι στην απειλή της διάλυσης. Στοιχεία όπως η αποδέσμευση των ΗΠΑ από την Ευρώπη ή η μάχη κατά της τρομοκρατίας συντείνουν στην ένταση των προσπαθειών της Ευρώπης. Ενώ περιπτώσεις όπως της Ουκρανίας ή της Λιβύης στον άμεσο περίγυρό της δείχνουν την σημασία του μετώπου της ασφάλειας. Ατυχώς, όμως, υπάρχει στην Ευρώπη ο πειρασμός του «αν δεν μπορείς να το κάνεις, δίδαξέ το!» που οδηγεί σε πλεόνασμα σχεδιασμών και έλλειμμα δράσης.

Ο Bernd Koerner της Frontex, που τον είδαμε ήδη να προσγειώνει αποφασιστικά τις αναφορές σε φύλαξη συνόρων στην Μεσόγειο εξηγώντας το απολύτως παράνομο των push-backs έδωσε μια ευρύτερη περιγραφή του τι είναι – 14 χρόνια μετά το ξεκίνημά της – η Frontex των 589 σήμερα στελεχών, καθώς μπορεί να δρα «μόνο με την ενεργό συμμετοχή των Κρατών Μελών». Στην σημερινή εκδοχή υπηρεσίας φύλαξης συνόρων/ακτοφυλακής, η δύναμή της κυμαίνεται μεταξύ 1.200 και οροφής 2000 ατόμων ενώ στην ουσία η δράση της επικεντρώνεται σε συντονισμό, ανάλυση κινδύνου («από πού θα έρθει η επόμενη απειλή») και κατάρτιση προσωπικού επί του εδάφους. Επίσης, η Frontex έχει αναπτύξει δυνατότητες σε επίπεδο συλλογής πληροφοριών αλλά και καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος (μαζί με την Europol), για το οποίο διαπιστώθηκε ότι μετέχει καθοριστικά στην ανασφάλεια των συνόρων.

Τέλος, ο Wolfgang Wessels, καθηγητής στην Κολωνία (Κέντρο Μελετών Τουρκίας και ΕΕ) και επι μακρόν Πρόεδρος της TEPSA, αναφέρθηκε στο πώς οι μορφές υπό τις οποίες εξελίχθηκε η απόπειρα δημιουργίας κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας – μια τελευταία της PESCO – θα δώσουν αποτέλεσμα μόνον στο μέτρο που οι εξελίξεις στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, ή πάλι η διαμόρφωση στάσης απέναντι στην Ρωσία, οδηγήσουν τους Ευρωπαίους σε ουσιαστική τοποθέτηση. Η διακυβερνητική συνεργασία, ως μέθοδος, δεν απέδωσεοπότε βαθμιαία, αλλά με πολύ αργό ρυθμό, προχωρά «κοινοτικοποίηση» (όμως χωρίς εκτόπιση του βέτο, χωρίς αρμοδιότητα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου).

Μια τελευταία διάσταση των συζητήσεων της Βιέννης : ένα ολόκληρο πάνελ ήταν αφιερωμένο στις προοπτικές περαιτέρω ενσωμάτωσης των Δυτικών Βαλκανίων. Εδώ, τρεις ερευνήτριες από Μαυροβούνιο, Βοσνία-Ερζεγοβίνη και πΓΔΜ, μαζί και εκπρόσωπος του Αυστριακού Υπουργείου Ευρώπης και Εξωτερικών, έδωσαν μιαν εικόνα πολιτικής μεν βούλησης να προχωρήσει η ενσωμάτωση των Δυτικών Βαλκανίων στους Ευρωπαϊκούς (και Ατλαντικούς) θεσμούς, όμως χωρίς – όπως φάνηκε και από την συζήτηση με τους συμμετέχοντες της TEPSA –  να έχουν ωριμάσει οι αποφάσεις σε επίπεδο Κρατών-μελών της ΕΕ ή και χωρών της περιοχής. Η ιστορική διάσταση αλλά και οι οικονομικές επιδιώξεις κρατούν την συζήτηση ανοιχτή, περισσότερο και από τις πιέσεις των μεγάλων παικτών της περιοχής (ιδίως των ΗΠΑ σε προσπάθεια απώθησης της Ρωσίας, αλλά και με την εντεινόμενη οικονομική διείσδυση της Κίνας δια του OBOR να θεωρείται διαταρακτική…).

Οι αναφορές στις δυνατότητες η  λύση του ονοματολογικού της πΓΔΜ – «Μακεδονίας» για όλους τους συμμετέχοντες στις παρεμβάσεις τους – να λειτουργήσει ως καταλύτης επίσπευσης των εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή αξίζει να σημειωθεί.