Η Βαρόνη της Τζαζ

 

«Η Βαρόνη της Τζαζ»
της Χάνα Ρότσιλντ
Εκδόσεις: Κέρκυρα – economia Publishing

 

του Γιώργου Βαϊλάκη

Η δυναστεία Ρότσιλντ ήταν για αιώνες συνώνυμη του πλούτου και της επιρροής. Και όποιος γεννιόταν σε αυτήν, ζούσε συνήθως μαζί με μεγάλα προνόμια. Αλλά, φυσικά, υπήρχαν και εξαιρέσεις. Αυτή είναι η ιστορία ενός μέλους της οικογένειας που αψήφησε όλους τους κανόνες που επιβάλλονταν, για να ζήσει όπως επιθυμούσε: «Η Βαρόνη της Τζαζ» κάνει αυτό ακριβώς, είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο που μας παρουσιάζει τον βίο και την πολιτεία ενός ελεύθερου ανθρώπου-πρότυπου για όλους και όλες που θέλουν να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους!

Η εντυπωσιακή, δυναμική Πανόνικα –γνωστή ως Νίκα– γεννήθηκε το 1913, γόνος της προνομιούχας και εκκεντρικής οικογένειας των Ρότσιλντ, που μέσα σε πέντε μόνο γενεές είχαν αποκτήσει αμύθητη περιουσία, είχαν αφήσει πίσω τους το εβραϊκό γκέτο της Φρανκφούρτης και είχαν διασκορπιστεί σε όλη την Ευρώπη. Στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Νίκα φαινόταν να έχει τα πάντα: παιδιά, έναν γοητευτικό σύζυγο και μια μεγάλη κληρονομιά. Όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1950 άκουσε τον Τελόνιους Μονκ να παίζει το “Round Midnight”, εγκατέλειψε τον σύζυγο της και ακολούθησε τον Τελόνιους στη Νέα Υόρκη, όπου οι φιλίες της με τους μουσικούς της τζαζ την έκαναν διάσημη. Η μεγάλη της αγάπη, όμως, ήταν ο Μονκ, τον οποίο φρόντισε ως τον θάνατό του.

Στην επίπονη προσπάθειά της να εξερευνήσει το παρελθόν της Νίκα, η Χάνα Ρότσιλντ μας αφηγείται τη μυστηριώδη ιστορία της θείας της στο βιβλίο της, «Η Βαρόνη της Τζαζ: Στα ίχνη της Νίκα, μιας επαναστάτριας Ρότσιλντ». Η Νίκα συγκινήθηκε για πρώτη φορά από την τζαζ το 1948. Ήταν σε ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη όπου λίγο πριν πάρει το αεροπλάνο για να επιστρέψει στην οικογένειά της, επισκέφτηκε έναν φίλο, τον μουσικό της τζαζ Teddy Wilson ο οποίος της έβαλε να ακούσει σε βινύλιο το “Round Midnight” του Τελόνιους Μονκ. Τότε, μέσα σε μία μόνο στιγμή άλλαξαν τα πάντα.

Την ίδια ακριβώς στιγμή, θα άφηνε τον σύζυγό της και τα πέντε παιδιά της και θα αφιερωνόταν στην αναζήτηση του θρυλικού μουσικού. Κάπως έτσι, με ένα τσιγάρο μονίμως στο χέρι, ένα γούνινο παλτό και μια σειρά από μαργαριτάρια, η Νίκα βρέθηκε να ταλαντεύεται στα τζαζ κλαμπ του «Μεγάλου μήλου» και να εξερευνά τη φύση αυτής της τόσο αποκαλυπτικής για εκείνην μουσικής.

Αλλά η Νίκα δεν θα συναντούσε τον Μονκ παρά μερικά χρόνια αργότερα στη συναυλία «Salon du Jazz 1954» στο Παρίσι, στα παρασκήνια, μέσω μιας κοινής φίλης – της πιανίστριας Mary Lou Williams. Και όπως σημειώνει η συγγραφέας, από εκείνη τη γνωριμία και έπειτα τίποτα δεν θα ήταν πια το ίδιο – ούτε για την βαρόνη, ούτε και για τον καλλιτέχνη: Θα γίνονταν αχώριστοι…