Η βιομηχανία της ευτυχίας: σωτήρια ή ψευδεπίγραφη;

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Ήταν πριν 20 σχεδόν χρόνια που, από τις Εκδόσεις Κέρκυρα – Economia Publishing, κυκλοφορούσε ένα βιβλίο Οικονομικών που είχε ξαφνιάσει με τον τίτλο του: «Ευτυχία: Μαθήματα από μια νέα επιστήμη». Συγγραφέας ο λόρδος Richard Layard, του LSE, που από νωρίς είχε στρατευθεί στην απώθηση της λογικής σύμφωνα με την οποία «τα οικονομικά εξισώνουν τις μεταβολές στην ευτυχία μιας κοινωνίας με τις μεταβολές στην αγοραστική της δύναμη» και στην ενδυνάμωση εκείνου που ο ίδιος – αλλά και πολλοί άλλοι – καλωσόριζαν ως «κίνημα για την ευημερία».

Ήδη τότε τα Οικονομικά της Ευτυχίας θεωρούνταν ότι «αντιπροσώπευαν μια «επιστροφή στις ρίζες» των Οικονομικών, ως κάτι μετρήσιμο και διαπροσωπικά συγκρίσιμο και , συνάμα, ως εύλογο σκοπό της οικονομικής δραστηριότητας».

Για την προσέγγιση Layard, το ερώτημα ήταν και παραμένει: «σήμερα που οι πιο πολλοί είμαστε πιο υγιείς, έχουμε καλύτερα σπίτια, αυτοκίνητα, φαγητά και διακοπές παρ’ ό,τι κάθε άλλη φορά, είμαστε και πιο ευτυχισμένοι απ’ ό,τι πριν 50 χρόνια; Όλα δείχνουν ότι παρόλο που τα εισοδήματα μπορεί να έχουν αυξηθεί, συνεχίζουμε να συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους προκειμένου να αποδεχθούμε την ευτυχία».

Έκτοτε, πάντως μια ολόκληρη προσέγγιση, μια επιστήμη – ή: ένας οικονομικός κλάδος – εκείνος της Θετικής Ψυχολογίας έχει εισορμήσει στην δημόσια σφαίρα. Μάλιστα, μετά την κρίση του 2008-9 (που σ’ εμάς διήρκεσε μια ολόκληρη 10ετία…) η  προσέγγιση/επιστήμη αυτή διεκδίκησε κεντρικό ρόλο στην ζωή των ανθρώπων. Ήδη όμως, ιδού ένα καινούργιο βιβλίο, πάλι με τίτλο που ξυπνάει: «Ευτυχιοκρατία. Πώς η βιομηχανία της ευτυχίας κυβερνά την ζωή μας». Αυτήν την φορά εκδότης η ΠΟΛΙΣ, συγγραφείς οι Edgar Kabanas και Eva Illouz. Οι δυο ξιφουλκούν εναντίον μιας προσέγγισης που «παρουσιάζει την ευτυχία (όπως και την δυστυχία) ως ζήτημα προσωπικής επιλογής. Συνεπώς, όσοι επιλέγουν να μην παίξουν το παιχνίδι της χαράς προκαλούν την υπόνοια ότι επιθυμούν την κακοτυχία και, άρα, ευθύνονται γι αυτήν».

Καθώς γύρω από την επιδίωξη της ευτυχίας, της «ψυχικής ανθεκτικότητας» (ιδίως μετά την οικονομική κρίση:  και τώρα μας προέκυψε και η πανδημία του κορωνοϊού!) και των αντίστοιχων αξιακών εκστρατειών έχει διαμορφωθεί ένας πολύπλευρος επιχειρηματικός κλάδος, με ψυχαγωγική, καταναλωτική κοκ διάσταση αλλά και με αίτημα εφαρμογής δημόσιας πολιτικής, οι Cabanas και Ilouz προσεγγίζουν το φαινόμενο με προφανή επιφυλακτικότητα. Καθώς δε, επιπλέον, βλέπουν την ευτυχία να «είναι πλέον αρμονικά ενσωματωμένη στο πλέγμα της σύγχρονης εξουσίας», η επιφυλακτικότητά τους δεν αργεί να γίνει προειδοποίηση. Δεν διστάζουν να παραδεχθούν ότι «ειλικρινά πιστεύουμε πως η επιστήμη της ευτυχίας βοηθά ορισμένα άτομα […] αλλά δεν θεωρούμε ότι η ευτυχία αποτελεί ύψιστο, αυταπόδεικτο αγαθό». Αντιθέτως, βλέποντας το πώς αυτή η προσέγγιση χρησιμοποιείται «η ευτυχία αποτελεί ισχυρό εργαλείο στα χέρια οργανισμών και θεσμών για την διαμόρφωση πιο υπάκουων εργαζόμενων, στρατιωτών και πολιτών».

Αιχμηρό, θα συμφωνήσετε.