Η Βιομηχανική Επιθεώρησις για την απόφαση σύνδεσης με την ΕΟΚ


Η ελληνική αντιπροσωπεία, με επικεφαλής τον υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάγκο Πεσμαζόγλου, αναχωρεί για τις Βρυξέλλες όπου διαπραγματεύεται τη σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ. Μαζί του οι Γ. Φιλιππόπουλος, Δ. Μπίμπας, Ν. Γαζής και Ν. Κυριαζίδης

Το ιστορικό πλαίσιο

Με την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης το 1957, ιδρύθηκε η ΕΟΚ με τη συμμετοχή 6 ευρωπαϊκών κρατών. Μέχρι τότε ο βασικός ευρωπαϊκός οργανισμός ήταν ο Οργανισμός Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας (ΟΕΟΣ), ο οποίος ιδρύθηκε το 1948 για την αξιοποίηση του Σχεδίου Μάρσαλ. Σε αυτόν συμμετείχαν 18 κράτη μέλη (Αυστρία, Βέλγιο, Δανία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισλανδία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Νορβηγία, Πορτογαλία, Σουηδία, Ελβετία, Τουρκία, Ηνωμένο Βασίλειο και Δυτική Γερμανία). Από τα 12 κράτη-μέλη του ΟΕΟΣ που δεν συμμετείχαν εξαρχής στην ΕΟΚ, κάποια το επέλεξαν (Αυστρία, Δανία, Νορβηγία, Σουηδία, Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία) ενώ σε κάποια άλλα οι οικονομίες δεν κρίνονταν ακόμα έτοιμες για κάτι τέτοιο (Ελλάδα, Τουρκία, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισλανδία).
Αρχικά επιδιώχθηκε να δημιουργηθεί μια μεγάλη ζώνη ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ της ΕΟΚ και των υπολοίπων χωρών του ΟΕΟΣ αλλά τελικά οι διαπραγματεύσεις ναυάγησαν. Στη συνέχεια η Βρετανία δρομολόγησε, μαζί με άλλες έξι χώρες (Αυστρία, Ελβετία, Πορτογαλία, Δανία, Νορβηγία, Σουηδία), τη σύσταση μιας μικρότερης αυτόνομης τέτοιας ζώνης (Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών) με τη Συνθήκη της Στοκχόλμης (3 Μαΐου 1960). Η μόνη ουσιαστική διαφορά της ΕΖΕΣ από την ΕΟΚ ήταν ότι τα κράτη-μέλη της δεν θα υιοθετούσαν κοινούς δασμούς απέναντι στις υπόλοιπες χώρες. Ταυτόχρονα, ο ΟΕΟΣ μετεξελίχθηκε στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ, OECD) κατόπιν προσχώρησης των ΗΠΑ και του Καναδά (14 Δεκεμβρίου 1960).
Η ελληνική κυβέρνηση (Καραμανλής) βρέθηκε ενώπιον του στρατηγικού διλήμματος σε ποια οικονομική συμμαχία να ενταχθεί. Τελικά επιλέχθηκε η ΕΟΚ, καθώς οι σχέσεις με τη Βρετανία (που ήταν ηγέτιδα χώρα της ΕΖΕΣ) παρέμεναν τεταμένες εξαιτίας του Κυπριακού αλλά κι επειδή οι οικονομίες των κρατών-μελών της ΕΖΕΣ στηρίζονταν περισσότερο στη βαριά βιομηχανία (που δεν υπήρχε στην Ελλάδα), ενώ η ΕΟΚ έδινε έμφαση στο ζήτημα αγροτικών προϊόντων, που ήταν ζήτημα ζωτικής σημασίας για την Ελλάδα.
Αρχές του 1959 ελήφθη η απόφαση να ζητηθεί απευθείας σύνδεση με την ΕΟΚ. Η Ελλάδα έσπευσε να είναι η πρώτη «τρίτη χώρα» που υπέβαλε σχετική αίτηση, στις 8 Ιουνίου 1959. Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν στις 10 Σεπτεμβρίου 1959 και διήρκεσαν δύο χρόνια. Βασικό ρόλο διαδραμάτισαν ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος (Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης), ο Ευάγγελος Αβέρωφ (Υπουργός Εξωτερικών), ο Ξενοφών Ζολώτας (Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος) και ο Γιάγκος Πεσμαζόγλου (επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας).
Η ιστορία δικαίωσε την επιλογή ένταξης στην ΕΟΚ, καθώς λίγα χρόνια αργότερα η ΕΖΕΣ άρχισε να συρρικνώνεται, με τα κράτη-μέλη της να προσχωρούν στην ΕΟΚ. Σήμερα στην ΕΖΕΣ μέλη έχουν απομείνει η Νορβηγία, η Ελβετία, η Ισλανδία και το Λιχτενστάιν, καθώς Βρετανία, Φινλανδία, Δανία, Σουηδία, Αυστρία και Πορτογαλία εντάχθηκαν στην ΕΟΚ.

Βιομηχανική Επιθεώρησις, Αύγουστος 1959