Η βολική αυτοκαταγγελτικότητα των ληξιπρόθεσμων

 

Ήταν μια παραδοσιακή αναφορά των εφημερίδων στην προ κρίσης/προ Μνημονίων και Τρόικας εποχής, η κάθε 6μηνο καταμέτρηση – και ο αντίστοιχος σχολιασμός – των ληξιπρόθεσμων χρεών των ιδιωτών (επιχειρήσεων και νοικοκυριών) προς το Δημόσιο. Την εποχή της ομαλότητας – ας πούμε το 2003-4 – κινούνταν γύρω στα 12 δις ευρώ, το 2011 – όταν δηλαδή η κρίση είχε πλέον «δαγκώσει» για τα καλά – τα βρίσκαμε στα 42 δις ευρώ (οπότε και το ετήσιο «βήμα» αύξησης των ληξιπρόθεσμων πέρασε στα 5 δις τον χρόνο). Άμα στεκόταν κανείς στην κατανομή, θα έβρισκε σχεδόν 10 δις σε οφειλές άμεσων φόρων, 12 δις έμμεσων, ενώ άνω των 14 δις σε προσαυξήσεις.  Βέβαια να μην παραβλέψουμε ότι, σε εκείνη την φάση, είχαμε και «διαγραφές φόρων και τελών» της τάξεως των 17 δις ευρώ – είτε επειδή ποσά κατέληγαν οι ενδιαφερόμενοι σε συμβιβασμούς με την Εφορία, είτε επειδή κρίνονταν «ανεπίδεκτα είσπραξης» ή/και παρερχόταν το δικαίωμα του Δημοσίου για είσπραξη…

Πάμε τώρα για ένα άλμα στον χρόνο: τέλη του 2018 σπάσαμε με το καλό το φράγμα των 100 δις ευρώ σε ληξιπρόθεσμα , ήδη είμαστε στα 104 δις – τα 89 δις από προ του 2017 οφειλές – ενώ ο ετήσιος ρυθμός αύξησης έχει εγκατασταθεί άνω των 10 δις ευρώ, ο μηνιαίος κινείται γύρω από το 1 δις. Αυτά αφορούν – μαθαίνουμε – πολύν κόσμο , αφού άνω των 4 εκατομμυρίων φορολογούμενων είναι «ανοιχτοί» προς το Δημόσιο, με 1,7 εκατομμύρια να απειλούνται με μέτρα αναγκαστικής είσπραξης (ενώ ήδη 1,2 εκατομμύρια έχουν δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων). Η επίσπευση μέτρων αποδίδει πλέον, καθώς το 2018 «έδωσε» 5,5 δις από οφειλές παρελθόντων ετών, σε αύξηση από τα 4 δις του 2017. Αντίστροφα, δυσάρεστο το γεγονός ότι μόνον 3,5% του συνολικού ύψους όσων εναπομένουν έχει υπαχθεί σε ρύθμιση.

Σταματούμε σε αυτό το σημείο – δηλαδή… προτού διερωτηθούμε τι ακριβώς ελπίζεται ότι θα αποδώσει η ρύθμιση των 120 δόσεων, όπως κι αν αυτή προωθηθεί, δηλαδή με τι κλιμάκωση και με τι προϋποθέσεις υπαγωγής – καθώς νωπή είναι η εμπειρία από την κατά χιλιάδες «εγκατάλειψη» των ρυθμίσεων παλαιότερων φάσεων. Σταματούμε προτού διερωτηθούμε τι αληθινά είναι εισπράξιμα από τα ποσά αυτά – όχι απλώς της Πειραϊκής-Πατραϊκής η της … ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ Χρηματιστηριακής – αλλά τις μυριάδες ατομικών περιπτώσεων που έχουν προσαράξει και όμως κουβαλάνε πρόστιμα και προσαυξήσεις επι προσαυξήσεων. Δηλαδή τι ύψος είναι ειλικρινά ανεπίδεκτο είσπραξης (επιτρέψτε ένα στοίχημα: ανάμεσα σε 25 και 40 δις ευρώ ). Όμως… η Τρόικα δεν δέχεται με τίποτε να υπάρξει εκκαθάριση του τοπίου, οι Κυβερνήσεις βολεύονται να το παίξουν αυστηρές και αδιάλλακτες, τάζοντας όμως ρυθμίσεις.

Αυτή η συντήρηση της καταγγελτικότητας έναντι των ληξιπρόθεσμων, που με ενθουσιασμό συντηρείται μηντιακά, είναι δηλητηριαστική προς κάθε κατεύθυνση: συντηρεί την εικόνα μιας Ελλάδας όπου οι άνθρωποι «δεν πληρώνουν», με συμπαιγνία του Δημοσίου της τεχνοδομής, αλλά και των πολιτικών. Αλλά και μειώνει την ουσιαστική πίεση προς τους μεγάλους κυρίως οφειλέτες να προσέλθουν για ρύθμιση: «αφού τελικά όλοι δεν πληρώνουν, θα πάω εγώ;».

Όταν κάποτε θα προχωρήσει η τελική εκδοχή ρύθμισης – οι 120 δόσεις ή ό,τι αντίστοιχο – είναι ώρα να πάρει το πολιτικό σύστημα το θάρρος να προτείνει/ζητήσει/αποφασίσει, η δε ΑΑΔΕ να υλοποιήσει, μια σοβαρή εκκαθάριση των όντως «ανεπίδεκτων είσπραξης» . Και απ’ εκεί και πέρα, να αρχίσει να μετράει από την αρχή το κοντέρ.