Η διαχείριση προσδοκιών και διαψεύσεων

 

Λες και είναι κάποιας μορφής πολιτική μεθόδευση – μόνον που δείχνει να είναι κάτι ακόμη πιο επικίνδυνο: κάτι ανάμεσα σε σύμπτωση και παραίτηση. Ο λόγος για το συνεχιζόμενο Σκωτσέζικο ντους, τις ανερχόμενες προσδοκίες που συνοδεύονται κατά πόδας από διαψεύσεις, κι ύστερα έρχονται πάλι να αναφλεγούν προσδοκίες για να σβήσουν με διαψεύσεις. Και τούτο σε καίριους τομείς της δημόσιας ζωής, που κατ’ ανάγκην χρωματίζουν όλην την πολιτική εμπειρία του σήμερα.

Χαρακτηριστικός ο παραλληλισμός σε δυο μέτωπα τα οποία, εναλλάξ, διεκδικούν το πάμφωτο κέντρο του προσκηνίου τις τελευταίες εβδομάδες: Ένα βήμα πριν την οριστικοποίηση τεχνικής λύσης για το χρέος, πάντως πριν το κλείσιμο-κλείσιμο της τελικής αξιολόγησης και την «έξοδο από τα Μνημόνια»; Μπα! «οι Γερμανοί επιμένουν παρελκυστικά», «το ΔΝΤ τα πακετάρει και φεύγει», «η εκταμίευση της τελευταίας ενίσχυσης από το Χρηματοδοτικό Πρόγραμμα, για ενίσχυση του cash buffer θέλει σαφέστερο compliance report». Πάει να φανεί ανάσχεση στην πορεία εξόδου, ή φήμες για βραχεία παράταση του τωρινού Προγράμματος ή για προληπτική πιστοληπτική γραμμή ή για «κάτι» το υβριδικό με προληπτικό χαρακτήρα; Παρευθύς ανεβαίνει η ένταση της αισιοδοξίας, «όλα προχωρούν όλα στην ώρα τους».

Κι αν αυτό το παίγνιο έχει πλέον βάθος χρόνου, το άλλο – εκείνο με το Μακεδονικό (που λειτουργεί για την πολιτική σκηνή τόσο φοβιστικά ώστε ακόμη και από τους οπαδούς λύσης να ονοματίζεται σε καθημερινή χρήση «Σκοπιανό»…) είναι και πιο πρόσφατο, ζήτημα μηνών αυτό, αλλά και με πιο έντονη την διακύμανση. «Αναμένεται τηλεφώνημα Ζάεφ προς Τσίπρα», καθώς οι διαπραγματεύσεις Κοτζιά/Ντιμιτρόφ ολοκλήρωσαν τον κύκλο τους. Όμως… τεχνικά θέματα συνεχώς ξανανοίγουν. Αλλά, ταυτόχρονα, η διεθνής πίεση αυξάνεται, τα ραντεβού ΝΑΤΟ και ΕΕ είναι σε λίγες μέρες… Επιτάχυνση, λοιπόν, πάλι, και αισιοδοξία. Η σκηνογραφία των Πρεσπών ετοιμάζεται. Όπως πριν κάποιες εβδομάδες, μετά την τελευταία συνάντηση Τσίπρα-Ζάεφ, τότε που ξεπήδησε το Ιλιντεν και πήγε όλη την συζήτηση πίσω.

Αυτή η πρακτική κουράζει. Κάποιοι θα έλεγαν και ότι λειοτριβεί δυσαρέσκειες και αντιστάσεις της κοινής γνώμης – όπως συνέβη και με τα συλλαλητήρια, που και στην πλευρά πΓΔΜ προ ημερών απογοήτευσαν τους διοργανωτές και σήμερα στην Ελλάδα γίνονται μόνον περιφερειακά, αντί για Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Αντίστοιχα και με την «έξοδο από τα Μνημόνια»: ποιος πλέον παρακολουθεί; ποιος θα διαβάσει τα μικρά γράμματα της όποιας διευθέτησης χρέους τελικά συμφωνηθεί;

Το δίπολο οικονομία – Μακεδονικό δεν είναι το μόνο. Πριν πόσον καιρό είχαμε τα Ελληνοτουρκικά; Πόσο θα αργήσει να ξαναξεκινήσει το Κυπριακό;…

Καθώς δε τώρα πλέον η δημόσια συζήτηση δεν περιορίζεται στις στήλες των εφημερίδων και στις οθόνες των καναλιών, αλλ’ όλο και περισσότερο ξεχύνεται μέσα από τα – δηλητηριαστικά στην μεγάλη τους πλειοψηφία, αποσαρθρωτικά πάντως – μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αυτή η διαχείριση προσδοκιών και διαψεύσεων δημιουργεί μια εικονική πραγματικότητα σαφώς ισχυρότερη της καημένης της πραγματικής πραγματικότητας. Που σαν να είναι γκρίζα, ανέμπνευστη, λιγότερο ελκυστική.