Η εξορυκτική δραστηριότητα δίνει το στίγμα της

 

Μετά από πολλά χρόνια, όπου ο εξορυκτικός κλάδος – αρκετά πολύμορφος: περιλαμβάνει από ενεργειακά ορυκτά (βασικά τους λιγνίτες) μέχρι βιομηχανικά ορυκτά, μεταλλεύματα, μάρμαρα και αδρανή (εδώ μπαίνει στην μέση η παραγωγή τσιμέντου) – ακολουθούσε στην Ελλάδα μια πρακτική «όσο λιγότερο φαίνεσαι/όσο λιγότερο ακούγεσαι, τόσο το καλύτερο!», η τωρινή του πρακτική είναι να θέτει τα στοιχεία του στο τραπέζι της δημόσιας συζήτησης. Ακόμη και να έρχεται «προς» τα προβλήματα, να επισημαίνει, να διεκδικεί την προσοχή. (Είναι φανερό ότι οι περιπέτειες εμβληματικών δραστηριοτήτων – όπως της «Ελληνικός Χρυσός» – δίδαξαν γενικότερα τον κλάδο ότι η αποφυγή της δημόσιας παρουσίας και επεξήγησης δεν «διώχνει» τα προβλήματα. Απλώς μεγαλώνει τα στερεότυπα και τείνει να καταστήσει  στην κοινή γνώμη όλο τον κλάδο οχλούσα δραστηριότητα…).

Με αυτή την λογική, ο Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων και το ΙΟΒΕ παρουσίασαν μια μελέτη που αποτυπώνει την κατάσταση, τα προβλήματα αλλά και τις προοπτικές του κλάδου με βάση τα νεότερα στοιχεία. Την μελέτη μπορεί να δει κανείς διεξοδικά αναρτημένη στην ιστοσελίδα του ΙΟΒΕ. Εδώ θα μείνουμε σε ορισμένα πιο πολιτικά ζητήματα που επισημάνθηκαν στην παρουσίαση:

Πρώτα-πρώτα, ο κλάδος είδε θετικά την πορεία προς ανανέωση του θεσμικού πλαισίου, με την ελάφρυνση των διαδικασιών αδειοδότησης και την μετάβαση από τις 40ετείς σε 70ετείς άδειες εκμετάλλευσης (οι επενδύσεις πλέον, ιδίως με την πρόταξη περιβαλλοντικής προστασίας, έχουν ούτως ή άλλως εξαιρετικά μακροπρόθεσμο ορίζοντα), ενώ καταγράφει σταθερή επενδυτική δραστηριότητα τα τελευταία χρόνια –  παρά την κρίση: μετά από κάμψη  το 2014-15, υπήρξε άνοδος το 2016, ξαναπλησιάζοντας το 10% των βιομηχανικών επενδύσεων (κατ’ εξοχην εντάσεων κεφαλαίου ο κλάδος, βλέπετε). Στα θετικά, μπαίνει η σταθερή προώθηση των μετα-μεταλλευτικών χρήσεων, που και στην Ελλάδα πλέον αλλάζει την  περιβαλλοντική προσέγγιση. Ταυτόχρονα όμως, τα κενά στο ρυθμιστικό πλαίσιο επισημαίνονται: Το Ειδικό Χωροταξικό/η ένταξη της εξορυκτικής βιομηχανίας τα Περιφερειακά Χωροταξικά Σχέδια επείγει, ενώ και η ένταξη της δραστηριότητας στον Αναπτυξιακό Νόμο αποτελεί στόχο (ακριβώς λόγω των εν εξελίξει επενδυτικών δραστηριοτήτων). Το παράπονο δεν διατυπώνεται υψηλόφωνα, όμως κατά την διαμόρφωση του «Ολιστικού» Αναπτυξιακού Σχεδίου, ο κλάδος δεν αισθάνθηκε να συμμετέχει ουσιαστικά στις διαβουλεύσεις και την συζήτηση…

Ένα άλλο, όχι εύκολο ή ευθύγραμμο συμπέρασμα, είναι ότι ο κλάδος – που αντιστάθηκε με επιτυχία στην κρίση παρά την κάμψη των διεθνών τιμών σε αρκετά προϊόντα και κράτησε σε υψηλό επίπεδο τις εξαγωγές (και στην κάμψη, άνω του 1 δις τον χρόνο) – αναγκαστικά θα χρειαστεί να ενσωματωθεί πληρέστερα στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Αυτό μπορεί να σημαίνει είτε εξαγορά από ευρύτερα διεθνή συγκροτήματα (όπως π.χ. συνέβη με την μεγάλη εξαγορά της S&B και εν συνεχεία της ΕΛΜΙΝ από την IMERYS), είτε με επέκταση εγχώριων δραστηριοτήτων σε περιφερειακό επίπεδο (όπως με την εξαγορά από την ΠΑΥΛΙΔΗΣ ΜΑΡΜΑΡΑ της Ολλανδικής Stone Works, δια της οποίας απαντήθηκε ο έλεγχος της MERMEREN στην πΓΔΜ/Βόρεια Μακεδονία). Άμα συνδυάσει κανείς αυτήν την παρατήρηση με την άλλη, ότι δηλαδή ο κλάδος «φεύγει» από την απλή εξόρυξη ή έστω και μεταποίηση και μεταβαίνει στην πρόταση συνολικών ή εξειδικευμένων/customized λύσεων (π.χ. σε βιομηχανίες για βέλτιστες με περλίτη μονώσεις ή σε αρχιτεκτονικούς σχεδιασμούς για τα μάρμαρα ή τους γρανίτες) έχει την εικόνα του κλάδου στο διεθνοποιημένο μέλλον.