Η επιλογή Κ. Μητσοτάκη

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Δεν είναι τυχαίο, ούτε θα μείνει χωρίς συνέπειες στην από δω και πέρα πολιτική διαδρομή, η επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη να «πάρει επάνω του» μετά το Προσφυγικό/Μεταναστευτικό με την σκλήρυνση της πολιτικής γραμμής, με το κλείσιμο/φύλαξη συνόρων στον Έβρο (δηλαδή στις Καστανιές, όχι στους Κήπους…), με την διεκδίκηση αλληλεγγύης της ΕΕ ήδη και την υπόθεση της αντίδρασης στην πανδημία του κορωνοϊού/του Covid-19 (τελικά ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναβάθμισε σε πανδημία). Με την επιλογή να απευθυνθεί με διαγγελματικού ύφους μήνυμα από το Μαξίμου, και να αναγγείλει ως Πρωθυπουργός το πλήρες – για την ώρα – οπλοστάσιο μέτρων και την προσέγγιση για την αντιμετώπιση της πανδημίας, μια μόλις μέρα μετά το μέτρο του κλεισίματος των σχολείων, πανεπιστημίων, φροντιστηρίων που ήταν εκείνο που διεκδίκησε χωρίς καμιά αμφιβολία την προσοχή του κόσμου, έκανε μια τριπλή επιλογή:

Εγκατέστησε εντελώς στο κέντρο των δημοσίων πραγμάτων το δίπολο απειλή-φόβος. Διότι απειλή διαφορετικού μεν είδους αλλά πάντως ξεκάθαρη απειλή είναι να μιλάς (στο εσωτερικό αλλά και την Ευρώπη και στο διεθνές σύστημα) για εισβολή και ασύμμετρη κλπ. απειλή στα σύνορα με θέμα την Τουρκική συμπεριφορά. όμως βιωμένη άμεσα στην κοινωνία απειλή είναι, κάθε μέρα περισσότερο, η πανδημία του Covid-19. Και φόβος είναι το συναίσθημα, πάλι διαφορετικής φύσης αλλά παράλληλο, που γεννιέται και υπό τις δυο καταστάσεις.

Δεύτερον, το πλέγμα μέτρων και συμπεριφορών που προέκυψε και στην μια και στην άλλη περίπτωση αφενός το περιέβαλε με την δική του κεντρική ευθύνη και αφετέρου έφερε τον εαυτό του σε ρόλο εγγυητή. Εγγυητή αποτελέσματος, στο βάθος του χρόνου, όμως άμεσα εγγυητή συνέπειας στην συνέχεια/στην εφαρμογή. Ο τρόπος με τον οποίο συνδύασε, στην αναφορά στον κορωνοϊό, την αναγγελία άμεσων μέτρων (πρόσληψη 2000 ατόμων για τα νοσοκομεία μέσα σε πέντε μέρες, με διετείς συμβάσεις: ποιος θα προβάλει αντίρρηση;) με τις παραινέσεις προς τα παιδιά που θα βρεθούν εκτός σχολείου και τους νέους εκτός πανεπιστημίου (με ένα ύφος αμήχανο: συνειδητά ή μη, λίγο ενδιαφέρει) , το ζύγιασμα της επισήμανσης των κινδύνων με την ήπια εγγύηση κινητοποίησης –  κυρίως όμως η αποδοχή της πρόκλησης να μιλήσει για το θέμα που πήγε να γίνει κεντρικό μέτωπο αντιπαράθεσης, την υπόθεση της Εκκλησίας/του εκκλησιασμού/της κοινωνίας, έδειξε και αποδοχή ευθύνης-διακυνδύνευσης και αναζήτηση ισορροπιών. Αφήνουμε τα υφολογικά και τα σκηνοθετικά: άλλης ειδικότητας, αυτά.

Τρίτον, θα το ανακαλύψουμε αυτό σταδιακά . Η προσέλευση στο δίπολο απειλή-φόβος, με την λογική της αποδοχής της πρόκλησης και του «αυτά επιλέγουμε να κάνουμε» κλειδώνει το άμεσο, το εντελώς σημερινό στην μακρά διάρκεια. Απειλή και φόβος είναι κατηγορίες που, άπαξ και εγκατασταθούν, διαρκούν: το οικονομικό αποτέλεσμα θα έλθει γρήγορα, θα μείνει όμως μαζί μας για καιρό. το  κοινωνικό αποτύπωμα ακόμη περισσότερο. Η ευθεία επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη να προσέλθει σε αυτό το πεδίο μ’ αυτόν τον τρόπο, θα τον συνοδεύει/θα μας συνοδεύει για καιρό.

Την πολιτική υπέρβαση ενός γνήσιου «μαζί» , δεν την τόλμησε πάντως πλην του αυτονόητου «καμιά κεντρική απόφαση δεν αποδίδει, αν δεν την συμμεριστούν όλοι οι πολίτες».