«Η επόμενη μέρα»: με ενδιαφέρουσες συγκλίσεις

 

Έτσι όπως ξεκίνησε η καινούργια πολιτική (υπό την ευρύτερη έννοια) σεζόν με την άνοδο των πολιτικών αρχηγών στην ΔΕΘ, και τούτο μετά την (αμφιλεγόμενη, πλην… υπαρκτή) έξοδο από την μνημονιακή εποχή, θάχουμε ως φαίνεται μια σειρά από διαδοχικές διοργανώσεις/συζητήσεις/παρουσιάσεις/στρογγυλά τραπέζια γύρω από την θεματική «Η επόμενη μέρα». Γιατί μπορεί να πυκνώνουν οι διαφωνίες για το τι συνέβη και τι προοπτικές ανοίγονται – και θα πυκνώνουν όλο και περισσότερο, όσο η φωτεινή σκιά των εκλογών θα μας πλησιάζει – όμως όλοι συνειδητοποιούν ότι άμα δεν στραφούν τα μάτια στο αύριο, σε ένα κάποιο αύριο, βύθιση θα απειλήσει όλο το πολιτικό σύστημα.

Έτσι, η πρώτη δημόσια συζήτηση μ’ αυτό το μοτίβο που διοργανώθηκε από το Ίδρυμα Hanns Seidel (αυτό είναι το ίδρυμα μελετών της CSU, δηλαδή ακραία συντηρητικό με τα δικά μας μέτρα) αξίζει να παρατηρηθεί όπως εξελίχθηκε:

Είχε ήδη ενδιαφέρον η αρχική τοποθέτηση του Αναπληρωτή υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης Στέργιου Πιτσιόρλα ο οποίος, βλέποντας ότι ακολουθεί ως εισηγητής ο Κωστής Χατζηδάκης, πρώην υπουργός Μεταφορών και Ανάπτυξης και τώρα Αντιπρόεδρος της Ν.Δ., «προειδοποίησε» το κοινό ότι και οι δυο τους δεν είναι ακριβώς αντιπροσωπευτικοί των χώρων τους. Η επί της ουσίας θέση Πιτσιόρλα βασίστηκε στην επισήμανση ότι, μετά την ολοκλήρωση των Προγραμμάτων Διάσωσης (που δεν αφορούσαν μιαν απλή κρίση ρευστότητας ή χρέους, αλλά μια κατάσταση που άγγιζε την χρεωκοπία), μετά μια βίαιη συρρίκνωση της παραγωγής αλλά και του βιοτικού επιπέδου με βαρύ κοινωνικό αντίκτυπο, χρειάζεται μια «αφετηριακή συμφωνία» των πολιτικών δυνάμεων της χώρας αν είναι να υπάρξει επόμενη μέρα. Στοιχεία μιας τέτοιας συμφωνίας χρειάζεται να είναι η συνειδητοποίηση ότι είναι ανέφικτη η επάνοδος εκεί που είμασταν πριν την κρίση. ότι η ανάκτηση των απωλειών θα είναι κατ’ ανάγκην σταδιακή. ότι η βαθιά κρίση ανταγωνιστικότητας που ουσιαστικά έφερε την κρίση, οδηγεί σε αναγκαστική αλλαγή μοντέλου ανάπτυξης. Όλα αυτά, με συνεχή πάλη προκειμένου να διατηρηθούν στοιχεία κοινωνικής συνοχής.

Με αυτήν την αρχική βάση και μόνο με αυτή, μπορεί να γίνει η εφεξής διαχείριση: τήρηση των συμφωνιών της Ελλάδας με τους εταίρους, αλλαγές αλλά μόνον με λογική συζήτησης/συνεννόησης μ’ αυτούς, ιδιαίτερα στο μέτωπο των πρωτογενών πλεονασμάτων ανάγκη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης (όποια κι αν είναι η Κυβέρνηση που θα το επιχειρήσει), συν συνέχιση μεταρρυθμίσεων – με έμφαση στην εφαρμογή και όχι την απλή νομοθέτηση. Μια πιο συνολική ματιά,  πάντα κατά τον Στ. Πιτσιόρλα, προϋποθέτει προσεκτική διαμόρφωση συμμαχιών στην Ευρώπη, καθώς και παρακολούθηση των συγκρουσιακών καταστάσεων στην ευρύτερη γειτονιά. Και σε αυτά τα ζητήματα ένα μίνιμουμ συναίνεσης θα βοηθούσε αποφασιστικά.

Παίρνοντας τον λόγο ο Κωστής Χατζηδάκης ξεκίνησε με μια συνειδητά εποικοδομητική αναφορά: μίλησε για τις νομοπαρασκευαστικές εργασίες που είχαν αναληφθεί επι υπουργίας του για αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου για τις ΑΕ (ο βασικός ν.2190 ανέτρεχε στο 1920) , εργασίες οι οποίες «πάγωσαν» όταν άφησε το υπουργείο την άνοιξη του 2014. Όταν, μετά από δυο-τρεις αλλαγές, στο χαρτοφυλάκιο αυτό βρέθηκε υπεύθυνος ο Στ. Πιτσιόρλας, τότε ανασύρθηκαν οι εργασίες που είχαν προηγηθεί, ολοκληρώθηκαν και πλέον το νέο νομικό πλαίσιο ισχύει. Έφερε αυτό το παράδειγμα για να δείξει και την δυνατότητα, αλλά και την σκοπιμότητα ενός μίνιμουμ συναίνεσης – καθώς και την αξία της συνέχισης όσων αναλαμβάνονται. Μετά την πρώτη αυτή κατάθεση, όμως, προχώρησε ο Κ. Χατζηδάκης με σειρά ερωτηματικών: Θα επιχειρηθεί διαπραγμάτευση για τις συντάξεις – ορθώς – αλλά θα παραμείνει η Κυβέρνηση στο να γίνουν οι προσαρμογές με συνεννόηση; Θα συνειδητοποιηθεί ότι δεν είναι νοητή η επαναφορά του καταστροφικού παρελθόντος π.χ. των διορισμών στο Δημόσιο; Συνολικά, θα υπάρξει εφεξής μια αλλαγή νοοτροπίας;.

Η βασική ανησυχία Χατζηδάκη είναι ότι, με τα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα δημοσιονομικά πλεονάσματα όπως έχουν συμφωνηθεί, και παρά τις ρυθμίσεις για το χρέος, η Ελλάδα – όπως φάνηκε μόλις χειροτέρευε η κατάσταση στις διεθνείς αγορές – συνεχίζει να λειτουργεί «σε θάλαμο υγειονομικής απομόνωσης». Επεσήμανε και ένα δυσάρεστα σημαντικό στοιχείο που ανάγεται στην ανταγωνιστικότητα: είχαν ευτυχημα που παρατηρείται άνοδος των Ελληνικών εξαγωγών, αλλά αν δει κανείς την εξέλιξη τους από το 2009 έως σήμερα και την συγκρίνει με τον ρυθμό αύξησης του διεθνούς εμπορίου συνολικά, οι Ελληνικές επιδόσεις συνεχίζουν να υστερούν…

Ως κατακλειδα, αναφερόμενος στην προοπτική άσκησης της εξουσίας από τον δικό του χώρο έθεσε ως αρχή το «Θα πούμε λίγα, για να τα κάνουμε όλα» (προφανής αναφορά στην ομιλία Μητσοτάκη στην ΔΕΘ), αλλά και αναφέρθηκε σε σχήμα διακυβέρνησης «Εθνικής Ελλάδος»/με τους καλύτερους ανά τομέα, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα ουσιαστικής μεταρρυθμιστικής πολιτικής.

Σταματούμε εδώ αυτό το σημείωμα, και τούτο παρά την προσπάθεια της στήλης να στέκεται περισσότερο σε στοιχεία και αναλύσεις – και τέτοια προσέφεραν, αξιόλογα/σημαντικά τόσο ο Zsolt Darvas του Bruegel και ο Αλέξανδρος Κρητικός του DIW, όσο και ο πάντα διαφωτιστικός Νίκος Βέττας. Όμως, στην στιγμή λεπτής ισορροπίας που βρισκόμαστε, θεωρούμε ότι αυτή η πολιτική σύμπτωση έχει πίσω της σημαντική υπόσχεση. Του τύπου εκείνης που επιβάλλει η πραγματικότητα…