Η εταιρική κοινωνική ευθύνη ως εργαλείο καινοτομίας

Του Άγγελου Τσακανίκα* και της Έφης Κόρρα**

*Ο Άγγελος Τσακανίκας είναι αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικής Αξιολόγησης Συστημάτων Τεχνολογίας Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας ΕΜΠ, διευθυντής Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ).

**Δρ Χημικός Μηχανικός, στέλεχος Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων

Τα τελευταία χρόνια οι περισσότερο μεγάλες αλλά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις και συνήθως πολυεθνικές υιοθετούν μια δομημένη στρατηγική για την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη (ΕΚΕ) και σχετικές δράσεις. Εύλογα λοιπόν δημιουργείται η εντύπωση ότι η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη είναι μια δραστηριότητα διακριτή για τις επιχειρήσεις – και μάλιστα μια δραστηριότητα στην οποία επενδύονται σημαντικοί πόροι (ανθρώπινο κεφάλαιο, οικονομικοί) που μόνο οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν την ευχέρεια, ίσως δε και στις σημερινές συνθήκες, την πολυτέλεια να υιοθετούν.

Συνιστά όμως πράγματι η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη επιλογή και έως πότε; Μήπως η δραστηριότητα αυτή είναι ή θα είναι στο άμεσο μέλλον ενσωματωμένη στην υπεύθυνη επιχειρηματική δραστηριότητα που λειτουργεί σεβόμενη το περιβάλλον και την κοινωνία;

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Έως τις αρχές της δεκαετίας του ’60, που ξεκίνησε ο δημόσιος διάλογος για την εταιρική κοινωνική ευθύνη, υπήρχε η αντίληψη ότι η σχέση της επιχείρησης με το περιβάλλον ήταν μονόδρομη. Η επιχείρηση εξαντλούσε τον κοινωνικό της ρόλο στα εξής: 1) αντλώντας πόρους, ανθρώπινο κεφάλαιο, πρώτες ύλες, καύσιμα κ.λπ. από το ευρύτερο περιβάλλον της και άρα συμβάλλοντας με θέσεις εργασίας και δημιουργία αξίας σε προμηθευτές και πελάτες από άλλους κλάδους και 2) λειτουργώντας πάντα σύμφωνα με το σχετικό ρυθμιστικό πλαίσιο και τους ισχύοντες νόμους και κανονισμούς. Σταδιακά η ανθρωπογενής δραστηριότητα σε παγκόσμιο επίπεδο άρχισε να γίνεται ιδιαίτερα εντατική με αποτέλεσμα η ικανότητα της φύσης να αναγεννάται και να «αποσβένει» κατά μία έννοια την ανθρώπινη δραστηριότητα να μην επαρκεί. Έτσι, ο δημόσιος διάλογος έθεσε στο επίκεντρο, ως ζητήματα ύψιστης προτεραιότητας, τη διαχείριση της ρύπανσης από ανθρωπογενείς δραστηριότητες, κρούοντας για πρώτη φορά τον κώδωνα για περιβαλλοντικούς κινδύνους. Σε αυτό το κλίμα, οι επιχειρήσεις, οι μεγαλύτερες στην αρχή, άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι ο ρόλος τους απέναντι στην κοινωνία και το περιβάλλον είναι αμφίδρομος. Δηλαδή οι επιχειρήσεις έχουν ευθύνη απέναντι στην κοινωνία και το περιβάλλον και επομένως η επιχειρηματική ανάπτυξη έπρεπε να υιοθετήσει χαρακτηριστικά βιώσιμης ανάπτυξης.

Σήμερα η ανάγκη όμως για βιώσιμη ανάπτυξη δεν συνιστά απλώς μια θεωρητική προσέγγιση ή μια εύηχη λέξη-ομπρέλα. Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε ήδη γίνει μάρτυρες περιβαλλοντικών κρίσεων λόγω της συστηματικής επίδρασης της οικονομικής δραστηριότητας στο περιβάλλον, οι οποίες πλέον έχουν σημαντική επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα, π.χ. διακοπή παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού. Η πρόσφατη υγειονομική κρίση αποτελεί ένα ακόμα ισχυρό παράδειγμα ότι το περιβάλλον διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην επιχειρηματική δραστηριότητα. Η υγειονομική κρίση της Covid-19 ανέτρεψε βίαια, απειλώντας ευθέως τους δείκτες δημόσιας υγείας σε παγκόσμιο επίπεδο, την ευσταθή, υπό κανονικές συνθήκες, ισορροπία οικονομίας-κοινωνίας και δημιούργησε μια νέα διεθνή τάξη πραγμάτων όπου αναδείχθηκε η αξία του ανθρώπου στην κοινωνία και δευτερευόντως στην οικονομία ως αναντικατάστατος οικονομικός πόρος για την άσκηση των παραγωγικών δραστηριοτήτων.

Σε αυτό το πλαίσιο η αναδυομένη αξία του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένου του παράγοντα «άνθρωπος» και της κοινωνίας, σημειώνεται με όλους τους τόνους στον σύγχρονο δημόσιο διάλογο. Η προστασία του περιβάλλοντος τίθεται πλέον επιτακτικά ως κυρίαρχη συνθήκη για την επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά και την πολιτική των κρατών. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει πλέον ως κεντρικό όραμα να καταστεί ο πρώτος κλιματικά ουδέτερος συνασπισμός παγκοσμίως ως το 2050, με ό,τι αυτό συνεπάγεται ως αλλαγή για την επιχειρηματική δραστηριότητα και την κοινωνία.

Από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς ότι η εταιρική κοινωνική ευθύνη το αμέσως επόμενο διάστημα δεν θα συνιστά πλέον απλώς μια επιλογή αλλά ουσιαστικά μια προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα όχι μόνο του περιβάλλοντος, αλλά και της ίδιας της επιχείρησης. Καθώς όμως σήμερα ακόμα οι περισσότερες επιχειρήσεις δεν έχουν προσαρμοστεί πλήρως στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος που τώρα διαμορφώνονται, η υιοθέτηση δράσεων εταιρικής κοινωνικής ευθύνης για τις πρωτοπόρες επιχειρήσεις μπορεί να προσδίδει και σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στη λειτουργία τους. Επιπλέον, σύμφωνα με σχετική έρευνα που είχε διεξαχθεί το 2012 από το ΙΟΒΕ σε συνεργασία με την εταιρεία REMACO σε ένα δείγμα 3.500 μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην Ελλάδα για τον προσδιορισμό των παραγόντων που καθορίζουν το επίπεδο ανταγωνιστικότητας των ελληνικών ΜμΕ[1], η συστηματική υιοθέτηση δράσεων ΕΚΕ ήταν συνάρτηση των καινοτομικών επιδόσεων των επιχειρήσεων.

Διάρθρωση του % επιχειρήσεων που επενδύουν σε Έρευνα & Ανάπτυξη ανάλογα με το αν υλοποιούν δράσεις ΕΚΕ ή όχι

Όπως χαρακτηριστικά αποτυπώνεται στο γράφημα, το ποσοστό των επιχειρήσεων που πραγματοποιούν δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης αυξάνεται μεταξύ των επιχειρήσεων που υλοποιούν δράσεις εταιρικής κοινωνικής ευθύνης έναντι των επιχειρήσεων που δεν υλοποιούν. Αναλυτικότερα, μόλις το 9% των επιχειρήσεων των επιχειρήσεων που δεν υλοποιούν δράσεις εταιρικής κοινωνικής ευθύνης έχουν σημαντικές δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης, ενώ μεταξύ των επιχειρήσεων που υλοποιούν τέτοιες δράσεις το ποσοστό των επιχειρήσεων που καινοτομούν αυξάνεται στο 14%.

Επιπρόσθετη επεξεργασία των δεδομένων είχε δείξει ότι οι επιχειρήσεις που υιοθετούσαν πιο πλούσιες δράσεις ΕΚΕ σε διάφορα θεματικά πεδία εμφάνιζαν κατά κανόνα καλύτερες επιδόσεις στην καινοτομία, καθώς αναγκάζονταν να υιοθετήσουν είτε παραγωγικές διεργασίες είτε στρατηγικές που τις οδηγούσαν σε καινοτόμο συμπεριφορά. Μάλιστα, δράσεις που σχετίζονταν με την εκπαίδευση και την έρευνα συνδέονταν ακόμα πιο εμφατικά με την καινοτομία, προϊόντος, διεργασίας, ή οργανωσιακή. Συνεπώς, η υιοθέτηση μιας πιο πολυσυλλεκτικής εταιρικής κοινωνικής ευθύνης συνιστά προσδιοριστικό παράγοντα της καινοτομικής παραγωγικότητας.

Ένα άλλο ενδιαφέρον εύρημα της ανάλυσης ήταν ότι οι επιχειρήσεις που υιοθετούσαν δράσεις ΕΚΕ μπορούσαν επίσης να καινοτομήσουν, αν και επενδύοντας λιγότερους πόρους σε έρευνα και ανάπτυξη. Πρόκειται δηλαδή για τη λεγόμενη non R&D innovation, δηλαδή την καινοτομία που δεν παράγεται απαραίτητα μέσα σε κάποιο ερευνητικό εργαστήριο. Καινοτομία μπορεί να παραχθεί από μια ιδέα, μια αλλαγή στην παραγωγική διαδικασία, την παραμετροποίηση του προϊόντος με βάση τις απαιτήσεις του πελάτη κ.λπ. Στο πλαίσιο αυτό η καλλιέργεια επιχειρηματικής κουλτούρας εταιρικής κοινωνικής ευθύνης καθοδηγεί τελικά μια ευρεία επιχειρηματική αλλαγή που δύναται να επιφέρει καινοτομία ή να συντελέσει στην ταχύτερη ή αποτελεσματικότερη παραγωγή καινοτομίας, είτε πρόκειται για καινοτομία προϊόντος, διεργασίας ή οργανωσιακή.

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί και ότι από την πλευρά της ζήτησης σταδιακά φαίνεται να διαμορφώνεται και αντίστοιχη μερίδα καταναλωτών που αγοράζουν προϊόντα φιλικά προς το περιβάλλον ή που έχουν παραχθεί από επιχειρήσεις που έχουν υιοθετήσει δράσεις εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Δεν είναι τυχαίο που οι περισσότερες επιχειρήσεις που υιοθετούν τέτοιες δράσεις συχνά προβαίνουν και σε αντίστοιχη διαφήμισή τους. Έτσι, αφενός βελτιώνουν τη δημόσια εικόνα τους, αφετέρου μπορούν να κερδίσουν και σε ανταγωνιστικότητα, καθώς όχι απλώς ξεχωρίζουν στον επιχειρηματικό στίβο αλλά αναδεικνύεται η κοινωνική τους δράση σε μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά με άλλες επιχειρήσεις.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι η εταιρική κοινωνική ευθύνη συνιστά μια πρόκληση, μια πρόκληση που δύναται σήμερα να διασφαλίσει υψηλότερες καινοτομικές επιδόσεις και αύριο τη βιωσιμότητα της επιχείρησης.

[1] Μέρος αυτής της ανάλυσης έχει δημοσιευτεί στο Korra, E., Giotopoulos, I.και Tsakanikas, A., “CSR Practices and SME Innovativeness in Greece”, στο Entrepreneurship and the Sustainable Development Goals, Vol. 8, Eds: Apostolopoulos, N., Al-Dajani, H., Holt, D., Jones, P., Newbery, R., Emerald Publishing, 2018.