Η ζυγιασμένη πρόβλεψη του ΙΟΒΕ για την ανάπτυξη

 

Η βουή της προεκλογικής πορείας της δημόσιας συζήτησης ήρθε και επικάλυψε την – ως συνήθως προσεκτική και ζυγιασμένη, άρα μη επαρκώς αξιοποιήσιμη στην ανταλλαγή κραυγών που αποτελεί την «συζήτηση» της εποχής – αξιολόγηση της πορείας της οικονομίας από την 3μηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ. Η οποία για την Ελλάδα (στην τελευταία προεκλογική αποτίμηση: δηλαδή προ των Ευρωεκλογών, τουλάχιστον) κατέγραψε μεν διατήρηση της ανάπτυξης, πλην όμως με μια σχετική αποεπιτάχυνση στο δ’ 3μηνο του 2018. Το ΙΟΒΕ είχε «πιάσει» σωστά την περασμένη χρονιά, μιλώντας το φθινόπωρο για 2% ετήσια ανάπτυξη (τελευταίως μας προέκυψε 1,9%),  τώρα όμως σημειώνει ότι στο κλείσιμο της περασμένης χρονιάς είχαμε ρυθμό +1,6%, δηλαδή σαφώς πιο κάτω από το προηγούμενο 3μηνο (+2,1%) αλλά και από το αντίστοιχο δ’ 3μηνο του 2017 (+2,2%). Το πώς πιάστηκε αυτός ο ρυθμός πέρσι, έχει να κάνει κυρίως με την διεύρυνση των εξαγωγών (το +8,8% αύξηση έχει ενδιαφέρον,  εφόσον αφορά το 34,2% του ΑΕΠ: εκεί έχουν φτάσει οι εξαγωγές του 2018, σε διαχρονικά μέγιστο), και λίγο με την κατανάλωση (+1% από τα νοικοκυριά, ενώ η δημόσια κατανάλωση πήγε πίσω, -2,5%). Στις επενδύσεις η εικόνα αμφίσημη, αφού ναι μεν καταγράφηκε αύξηση, αλλά κυρίως λόγω των αποθεμάτων: ο σχηματισμός παγίου κεφαλαίου πήγε πίσω κατά 12%.

Με αυτό το φόντο, η πρόβλεψη για την ανάπτυξη του 2019 είναι ίδια ή και ελαφρώς χαμηλότερη από του 2018: όχι ενθουσιώδες, αλλά «πάλι καλά». Και τούτο με βάση τις επενδύσεις που προσδοκώνται στην ψαλίδα +8-11%, συν πάλι την ιδιωτική κατανάλωση. Αντίθετα, ο διεθνής ορίζοντας αφήνει περιθώρια για μόλις +5,5% πρόβλεψη στις εξαγωγές.

Ερωτώμενος πώς εξηγεί/πώς θεμελιώνει αυτήν την – συγκρατημένη – αισιοδοξία, ο πάντα επεξηγηματικός Νίκος Βέττας του ΙΟΒΕ παρέπεμψε στην ούτως ή άλλως χαμηλή βάση εκκίνησης (άλλη εκδοχή της θεωρίας του ελατηρίου…), στην διατηρούμενη (ακόμη) θετική δυναμική του διεθνούς συστήματος, που εξηγεί γιατί οι εξωστρεφείς κλάδοι κρατούν καλύτερα (εξαγωγικές μεταποιητικές αλλά και ο τουρισμός), συν στην άμβλυνση του στοιχείου του ρίσκου της οικονομίας (κανείς πλέον δεν μιλάει για Grexit στον ορατό ορίζοντα, ενώ δεν προβλέπεται και πολιτική αστάθεια). Αυτά βοηθούν και στην επενδυτική διατήρηση, αλλά και στην καταναλωτική εμπιστοσύνη.

Βέβαια η ίδια αυτή 3μηνιαία Έκθεση του ΙΟΒΕ δεν αποφεύγει να καταγράψει μικρή υποχώρηση του Δείκτη Οικονομικού Κλίματος, αλλά και «προεκλογική αδράνεια στις επιχειρήσεις» που, μαζί με την περιορισμένη πιστωτική επέκταση δεν επιτρέπει πολλές-πολλές αισιόδοξες προβολές…

Σε ανάλογη κατεύθυνση κινήθηκαν και οι διευκρινιστικές τοποθετήσεις Βέττα: γι αυτόν, «τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ανάπτυξης δεν έχουν αλλάξει αρκετά, ώστε να διαφύγει οριστικά η οικονομία από τους κινδύνους που την παρακολουθούν». Ποιοι είναι αυτοί οι κίνδυνοι; Πρώτα-πρώτα ότι ρυθμοί ανάπτυξης γύρω από το 2% μπορεί να είναι αξιόλογοι βραχυπρόθεσμα, όμως σ’ ένα τέτοιο επίπεδο παραμένουν οι δυσχέρειες στον χειρισμό των (ιδιωτικών και δημοσίων) χρεών. Ύστερα, οι αγορές – που κρίνουν και θα κληθούν να κρίνουν όλο και περισσότερο την ελληνική οικονομία – κινδυνεύουν να φοβηθούν χαμηλότερους ρυθμούς στο μέλλον, λόγω χαμηλής παραγωγικότητας αλλά και συγκρατημένων επενδύσεων. Πρόσθετος παράγοντας, η αμφιβολία για την συμμετοχή ή μη στις Ευρωπαϊκές εξελίξεις . (Όχι, αυτό δεν ήταν υπονοούμενο για ενδεχόμενη αναβίωση συζήτησης περί Grexit. Απλώς, η ίδια η διατήρηση της Ευρωζώνης θα «απαιτήσει» ένταση των ενοποιητικών προσπαθειών – εδώ, θα ακολουθήσει/θα μπορέσει να ακολουθήσει η Ελλάδα;).

Τέλος, η κρίση που ήδη πέρασε, αφήνει πίσω της ένα ποσοστό του πληθυσμού χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Αυτό, με την σειρά του, είναι ένα στοιχείο που και κοινωνικές εντάσεις δημιουργεί, αλλά και άμεση πίεση για δημοσιονομική χαλάρωση φέρνει – και τούτο , θα συμπληρώναμε, με πολλαπλές εκλογικές αναμετρήσεις στον ορίζοντα.