«Η κοινωνία απέναντι στην βία»: μια ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία Κουμουτσάκου

 

Στην αρχή μας ξάφνιασε μέσα στον ορυμαγδό γεγονότων των ημερών – υπόθεση βλημάτων/Σαουδαράβων/Καμμένου στην Βουλή, έναρξη πλειστηριασμών/ «κόκκινα δάνεια» κοκ, – ένας χαμηλών τόνων βουλευτής της Αντιπολίτευσης, ο Γιώργος Κουμουτσάκος, τώρα υπεύθυνος Εξωτερικών, νωρίτερα Εκπρόσωπος, που πήρε την πρωτοβουλία να οργανώσει κάτι σαν δημόσια συζήτηση με θέμα «Η κοινωνία απέναντι στην βία». Και μάλιστα την οργάνωσε την εν λόγω συζήτηση με μια άγνωστη έως τώρα λογική: 20 μη-ακριβώς-επώνυμοι πολίτες, θάπαιρναν τον λόγο για … 2 λεπτά ο καθένας/η καθεμιά, να φωτίσουν με τον τρόπο τους την πραγματικότητα της βίας. (Όπως μάλιστα διευκρίνησε ο ίδιος στην – αντίστοιχα σύντομη – εισαγωγή/παρουσίασή του, το ζήτημα είναι σιγά-σιγά η ανοχή της βίας, της παρουσίας της βίας στην ζωή μας ως κοινότοπου φαινομένου).

Το σχετικό ξάφνιασμα απο το περιεχόμενο της πρωτοβουλίας Κουμουτσάκου θα υποχωρούσε εύκολα αν θυμόταν κανείς ότι ο ίδιος είχε δοκιμάσει στο πετσί του (κυριολεκτικά) την εκδοχή πολιτικής βίας (πριν δυο χρόνια στο Σύνταγμα, απο ακροδεξιά στοιχεία), όπως άλλωστε και ο Κωστής Χατζηδάκης (το 2010, λίγο παρακάτω, απο «οργισμένους συνδικαλιστές»). Οσο για το βραχύλογο των παρεμβάσεων, για το οποιο υπήρξε ακόμη και δυσανεξία απο συμμετέχοντες, το εξήγησε ο ίδιος: σε χώρους σαν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τα 3λεπτα είναι ο κανόνας – και αρκούν, άμα κανείς θέλει να μιλήσει με ουσία• και να ακούσει. Το 2λεπτο έδινε την ευκαιρία ισότιμης προσέλευσης διαφόρων παρεμβαινόντων  στο ότι «το αποτύπωμα της βίας ειναι παντού».

Πάμε τώρα σε μια συνοπτική παρουσίαση του τι ακούστηκε. Ξεκίνημα με Μανόλη Σφακιανάκη γνωστό από την Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος με την ψηφιακή βία που ασκείται μέσω του Ίντερνετ, με την συζήτηση για «το δικαίωμα στην λήθη» και με την αναφορά σε περιπτώσεις ανθρώπων που χρειάστηκαν μέχρι και … όνομα να αλλάξουν προκειμένου να ξεφύγουν! Ολο το φάσμα της βίας στα γήπεδα – αν και ο ίδιος αρνήθηκε την ονομασία – δόθηκε από τον βετεράνο Αντ. Αντωνιάδη που μίλησε για το φάσμα από ρίψη αντικειμένων ή ακραίες βωμολοχίες μέχρι την κουκούλα και τις ευθέως εγκληματικές ενέργειες. Ο Πάνος Σόμπολος, βετεράνος αυτός του αστυνομικού ρεπορτάζ κατέθεσε όψεις «του κακού στον άνθρωπο», που μόνον στην μικρή ηλικία μπορεί να οχυρωθεί κανείς απέναντί του.

«Ισχυρή» η παρουσία του προβληματισμού για το bullying/ενδοσχολική βία με την Αλεξία Κουκούλη – υπεύθυνη σχολικής διαμεσολάβησης – να εξηγεί πώς μόνο μέσα από μηχανισμούς της ίδιας της σχολικής κοινότητας υπάρχει πιθανότητα αντιμετώπισης ενώ η Χριστίνα Θεοδωρικάκη – νεότατη, και η μόνη που τήρησε τον χρόνο μέχρι δευτερολέπτου! – παρουσίασε το bullying ως “εχθρό της ελευθερίας” που με αλληλεγγύη στο σχολικό περιβάλλον μπορεί να αντιμετωπισθεί. Η ενδοοικογενειακή βία – αλλά και η σιωπή, η άρνηση αναγνώρισης του όλο και συχνότερου φαινομένου – προσεγγίσθηκε από την Χριστίνα Χωρογιάννη, ενώ ο Γ. Πρωτόπαπας (από τα Παιδικά Χωριά SOS) περιέγραψε τις συνέπειες αυτής της μορφής βίας στα παιδιά – αλλά και επεσήμανε την τρομερή επίδραση της κρίσης. Στην ρητορική μίσους στάθηκε η Έφη Ευαγγελίδου – του Nohatespeech movement – που επεσήμανε πώς η ρητορική μίσους, από τον ρατσισμό επεκτάθηκε σε όλο και ευρύτερη θεματική.

Η κατάθεση της Αστυνομίας ήρθε από τον Λευτέρη Οικονόμου, που υπήρξε αρχηγός της ΕΛΑΣ και ο οποίος μίλησε για μια «γενικευμένη κρίση βίας» (από την οποία διαχώρισε πάντως τις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας), αλλά και για την σημασία της Παιδείας, της κουλτούρας αλλά και  της αίσθησης μη-προοπτικής στους νέους. Και αυτός στάθηκε στην επιπτωση των ανισοτήτων και του στρες. Απο τον ίδιο χώρο, ο συνδικαλιστής Γ. Κατσαμάγκας μίλησε με ένταση για τους αστυνομικούς ως θύματα βίας και ταπείνωσης, ενώ θεώρησε «λίπασμα τρομοκρατίας» τις «φαινομενικά ανώδυνες καταστάσεις τύπου Ρουβίκωνα». (Εδώ ο λόγος ξέφυγε σε ευθέως συνδικαλιστικήλογική/και τόνο, ενώ τα 2λεπτά έμειναν μακρινή ανάμνηση…).

Χωρίς να θέλουμε να πούμε ότι καλύψαμε όλο το φάσμα των τοποθετήσεων, να κλείσουμε με 3 απο αυτές που αληθινά ξεχώρισαν. Η Μαρία Φλωράτου, δραστηριοποιούμενη στα δημοτικά αλλά αυτοπαρουσιασθείσα ως κάτοικος Εξαρχείων («κοντά στο Αστυνομικό Τμήμα, δεν ξέρω αν είναι καλύτερα ή χειρότερα, πάντως από μακριά ακούμε την Πλατεία»), πήγε να εξηγήσει την βιωματική εμπειρία της περιοχής, των «μπαμ-μπουμ οποιαδήποτε νύχτα», αλλά και την «ευθύνη των κατοίκων» οι οποίοι βρίσκονται διχασμένοι, με κάποιες ομάδες να δηλώνουν ευθέως ότι αυτές θα αποφασίσουν ποιος (θα) ζει στα Εξάρχεια. Ο Γ. Σταμάτης, πάλι, μίλησε για την «καθημερινότητα της βίας», που στρέφεται προς αδύναμες ομάδες: αποφυλακισμένους, άστεγους, πρόσφυγες, ανάπηρους, γυναίκες-θύματα trafficking που αποτελούν «τον αθέατο κόσμο». Δίπλα σ’ αυτούς, όλο και περισσότερο η τρίτη ηλικία. Γι αυτόν, η συζήτηση για την βία έχει  πάντως νόημα όταν οδηγεί σε εναντίωση «προς όλες τις μορφές βίας».

Αφήσαμε τελευταία την συγκλονιστική – κυριολεκτικά! – κατάθεση του Γιώργου Μομφεράτου. Του ανθρώπου που πριν 32 χρόνια έχασε τον πατέρα του απο τις σφαίρες της «17 Ν», πριν 15 χρόνια έμαθε την σύλληψη των μελών της για να ακολουθήσει η καταδίκη τους. Εξήγησε ότι ούτε τότε αισθάνθηκε «δικαιωμένος» με την βουή που ανέβηκε – αλλά ούτε και τώρα «με τον χαμό που έγινε με την διήμερη άδεια στον Κουφοντίνα» (ο οποίος σκότωσε τον  Νικόλαο Μομφεράτο) καθώς «αυτό λέει ο νομικός μας πολιτισμός, αυτό πρέπει να γίνει». Για να προσθέσει όμως – μένοντας κι αυτός πιστά μέσα στο 2λεπτο… – ότι το θέμα θα ήταν να πάψει να σηκώνεται η δημόσια συζήτηση «και να γίνεται χαμός», όταν λειτουργούν οι καταδίκες για την πολιτική βία.