Η κρίση του 1929 και η Ελλάδα

οικονομικές, πολιτικές και θεσμικές όψεις

Επιμέλεια: Α. Κακριδής και Σ. Ριζάς

Τράπεζα της Ελλάδος/Κέντρο Πολιτισμού, Έρευνας και Τεκμηρίωσης

Αθήνα 2021, σελίδες 256

 

Η σταδιακή ενεργοποίηση που παρατηρείται γύρω από το Ιστορικό Αρχείο της Τράπεζας της Ελλάδος, και με μέριμνα του Κέντρου Πολιτισμού, Έρευνας και Τεκμηρίωσης της ΤτΕ, αρχίζει να αποδίδει ένα όλο και πυκνότερο έργο σε κυκλοφορίες βιβλίων. «Δίκαιο» ήταν, καθώς η ίδρυση της ίδιας της Τράπεζας και τα πρώτα της βήματα –αρχίζει τις εργασίες της στις 14 Μαΐου 1928, με βάση το Πρωτόκολλο της Γενεύης του 1927 στο πλαίσιο της Κοινωνίας των Εθνών, για δάνειο σταθεροποίησης που ως προϋπόθεση είχε χωριστή/ανεξάρτητη διαχείριση του εκδοτικού προνομίου– συνέπεσαν με τη μείζονα οικονομική περιδίνηση του Μεσοπολέμου, μία από τις πρώτες εκδόσεις να αφορά την κρίση του 1929, όπου κεντρικός συντελεστής πολιτικής υπήρξε η Τράπεζα της Ελλάδος.

Στο συλλογικό αυτό έργο, με επιμελητές τον υπεύθυνο του Ιστορικού Αρχείο της ΤτΕ Ανδρέα Κακριδή και τον ομόλογό του, τρόπον τινά, στο Κέντρο Έρευνας της Ιστορίας της Ακαδημίας Αθηνών Σωτήρη Ριζά, επιχειρείται μια πολυπρισματική προσέγγιση της πρώτης μείζονος κρίσης με την οποία βρέθηκε αντιμέτωπη η ΤτΕ – για να αναγκασθεί τελικώς η δραχμή να εγκαταλείψει τον Κανόνα Χρυσού το 1932, μετά από μεγάλη φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό και μείζονα ύφεση. Ήδη στο πρώτο μέρος του βιβλίου –όπου με ενδιαφέρουσα επιλογή προτάσσεται ανάλυση για το πώς η κρίση του ‘29 βρήκε τις «μικρές και εύθραυστες αγροτικές οικονομίες, όπως η ελληνική», με τις προσπάθειες διεθνούς συνεννόησης του 1932-33 να προσαράσσουν (διά χειρός Σωκρ. Πετμεζά)– υπάρχει η μέριμνα να μένει η αφήγηση σε επαφή με την πραγματική οικονομία αλλά και τις κοινωνικές συνέπειες. Ακολουθεί η ιδιότυπη «αψιμαχία» του Νίκου Χριστοδουλάκη και Ανδρέα Κακριδή για το πώς η νεόκοπη κεντρική τράπεζα επιχείρησε και (τελικά) δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει το κύμα της νομισματικής κρίσης, με τον Α. Κακριδή να διαμορφώνει το επιχείρημά του ως σχεδόν μυθιστορία «υπερασπιστικής γραμμής» για την τότε στάση της ΤτΕ μέχρι την εγκατάλειψη του Κανόνα Χρυσού (και με την περιγραφή Κυριάκου Βαρβαρέσου: «Εξακολουθούμε να αγωνιζόμαστε απέναντι στα δεδομένα και τους νόμους της οικονομίας, ελπίζοντας ότι «κάτι» θα προκύψει την τελευταία στιγμή» να δίνει τον τόνο). Πολλά αντανακλαστικά μέλλοντος κυοφορήθηκαν απ’ εκείνον τον χειρισμό της ΤτΕ…

Η ενσωμάτωση των διεθνών διαστάσεων της κρίσης –από την ελληνική εξωτερική πολιτική μέχρι τις επιπτώσεις της κρίσης αφενός στη Γερμανία και αφετέρου στην ΕΣΣΔ, με τη σκιά του πολέμου ήδη να επέρχεται– αλλά και των πολιτικών και κοινωνικών πτυχών στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου και το ασθενικό θεσμικό/πολιτικό/κοινωνικό της σύστημα δίνει έναν πολύτιμο καμβά για μεταγενέστερες μελέτες, έτσι όπως η αρχειακή έρευνα έρχεται να συνδεθεί με χρήση ποσοτικών στοιχείων και θεωρητικών προσεγγίσεων.

Θα ξεχωρίσουμε την πρωτότυπη επιλογή της Ζηνοβίας Λιαλιούτη, να εγκύψει στο «κοινωνικό ζήτημα», δηλαδή στη μετάφραση της κρίσης στη ζωή των κανονικών ανθρώπων, μέσα από αναζητήσεις στον Δήμο Αθηναίων αλλά και εκείνων της Λαυρεωτικής, με τον ρόλο των πόλεων και την ανάδυση προνοιακών δομών στην «υπό πολιορκία» Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Αλλά και η νομική/συνταγματική ματιά του Σπ. Βλαχόπουλου στη θεσμική αποσάθρωση, με αντίστιξη εκείνην της πολιτικής ολίσθησης από τον κοινοβουλευτισμό στη δικτατορία από τον Σωτήρη Ριζά, ολοκληρώνει τη νωπογραφία αυτού του κρίσιμου ιστορικού σταθμού που υπήρξε η κρίση του 1929, που συνήθως στην Ελλάδα την προσλαμβάνουμε μέσα από τον διεθνή φακό ενώ υπήρξε πολύ πιο πλούσια σε εσωτερικές συνέπειες.

Α.Δ.Παπαγιαννίδης