Η λασπερή βροχή των κασετών

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Όσο προχωρούν οι διαδικασίες της Προανακριτικής στην Βουλή για την δεύτερη φάση του σκανδάλου Novartis, που πέρα από τον Δημήτρη Παπαγγελλόπουλο είδαμε να «ανεβάζουν» στην σκηνή τον Νίκο Παππά (ενώ κάποιες δυνάμεις ωθούν για να βρεθεί και ο Αλέξης Τσίπρας στην πρώτη γραμμή – ποινικής – ευθύνης), πύκνωσαν οι αναφορές στην μνήμη και τις εικόνες του 1989 και της τότε πορείας του σκανδάλου Κοσκωτά προς το Ειδικό Δικαστήριο.

Ο συσχετισμός των δύο υποθέσεων είναι αυθαίρετος –  όμως η πολιτική δεν κινείται με βάση λογικές επιταγές. Ούτως ή άλλως, η βαθιά διχαστικότητα που εγκαθίσταται στην δημόσια σκηνή «δικαιώνει» τις αναφορές στο ΄89 – και αναμένεται η συνέχεια με φόντο μια σταθερά επιβαρυνόμενη οικονομία και με μια μοναδικά επικίνδυνη φάση στα Ελληνοτουρκικά. Όμως, για μας, εκείνο που λειτουργεί ακόμη πιο αποδιαρθρωτικά ήταν (και είναι) άλλο:

Το 1989 ήταν οι κασέτες. Τώρα, η τεχνολογία έχει κάνει άλματα: είναι οι ψηφιακές καταγραφές ήχου – να δούμε τις επόμενες σοδειές υποκλοπών και αν θα ακολουθήσουν και εικόνες. Αυτή η λασπερή βροχή, που εγκαθιστά την κοινή γνώμη σε μια μιθριδατική κατάσταση ανοχής του λερώματος ως πολιτικού εργαλείου, άπαξ και εγκατασταθεί στην δημόσια σφαίρα, έχει την τάση να παραμένει και να εκτοπίζει τα υπόλοιπα. Αξίζει να θυμηθεί κανείς. Ολοκληρωμένα όμως, όχι αποσπασματικά.

Το τότε κλίμα οδήγησε σε ένα Ειδικό Δικαστήριο τον Ανδρέα Παπανδρέου (Πρωθυπουργό το 1981, το 1985 και το 1993), τον Μένιο Κουτσόγιωργα (κυριολεκτικώς «αντ’ αυτού», ο μόνος προφυλακισθείς και ο οποίος πέθανε από εγκεφαλικό κατά την διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας), τον Τάκη Ρουμελιώτη (δεν δικάστηκε, αφού το Ευρωκοινοβούλιο στο οποίο είχε ήδη εκλεγεί δεν δέχθηκε αίτημα άρσης της ασυλίας του), τον Δημήτρη Τσοβόλα και τον Γιώργο Πέτσο. Ο Ανδρέας, για τον οποίο ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε δώσει τον χρησμό «Έναν Πρωθυπουργό δεν τον πας στο Ειδικό Δικαστήριο, τον στέλνεις σπίτι του», αρνήθηκε να προσέλθει στην δίκη (στο υπερασπιστικό του τημ Βαγγέλης Βενιζέλος) – αθωώθηκε για όλες τις κατηγορίες, αν και με ισχνή πλειοψηφία του ΑΕΔ. Ο μόνος αληθινά καταδικασθείς – ο Δημ. Τσοβόλας, σε 2,5 χρόνια φυλάκιση που αρχικά δεν θέλησε καν να εξαγοράσει – επανεξελέγη στην Βουλή με μεγάλο ρεύμα. Δεν έπαιξε, ωστόσο, περαιτέρω ρόλο στην πολιτική ζωή. (Τώρα, παρίστατο στην Προανακριτική ως συνήγορος του Μίμη Παπαγγελόπουλου).

Το γεγονός ότι μετά από τρία χρόνια ο Αντρέας ανελάμβανε και πάλι με ισχυρή πλειοψηφία την εξουσία έχει μικρότερη σημασία από το ότι όταν οι πρώτες εκλογές του 1989 (που έδωσαν την Κυβέρνηση Τζαννετάκη ΝΔ/Συνασπισμού) δεν έφεραν λύση διάρκειας, σχηματίσθηκε Οικουμενική – η κακότυχη Κυβέρνηση Ζολώτα – με γύρω από το ίδιο τραπέζι στήριξης Μητσοτάκη (Κωνσταντίνο), Ανδρέα Παπανδρέου και όσους από τον Συνασπισμό άντεχαν (σημειωτέον ότι ο ΣΥΝ, που θεώρησε ότι θα τρυγούσε τις ψήφους ενός καταποντισμένου ΠΑΣΟΚ, κατόρθωσε να βρεθεί σ’ εκείνην την στροφή του χρόνου… εκτός Βουλής).

Τίποτε βεβαίως δεν λειτουργεί ανάλογα. Όπως και σε τίποτε δεν χρησιμεύει – σήμερα – η υπόμνηση ότι το ΑΕΔ κατά Ανδρέα Παπανδρέου διαδέχθηκε μετά από κάποια χρόνια (Ιανουάριος του 1994) ΑΕΔ κατά Κωσταντίνου Μητσοτάκη (με συμπαραπεμπόμενους Ανδρέα Ανδριανόπουλο και Ιωάννη Παλαιοκρασσά) για την υπόθεση ΑΓΕΤ/Ηρακλή – Calzestruzzi κοκ. Σοφότερος από την δική του περιπέτεια ο Ανδρέας πρόκρινε αναστολή της δίωξης.

Έκτοτε, χρειάστηκε να περάσει με 15ετία για να ξαναπετάξει ανθούς δηλητηριώδης θάμνος των Προανακριτικών/Ειδικών Δικαστηρίων κοκ. Όμως οι κασέτες και οι πιο σύγχρονες υποκλοπές παρέμειναν ως μορφή άσκησης πολιτικής. Να δούμε για πόσο θα μας ακολουθήσουν.