Οικονομική Επιθεώρηση, Σεπτέμβριος 2020, τ. 998

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ στη Βάσω Αγγελέτου

 

Η πανδημία, ο Ηρακλής και η «κακή τράπεζα»

Ο υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Θεόδωρος Μητράκος μιλάει στην Οικονομική Επιθεώρηση για την πανδημία, τις επιπτώσεις της στην οικονομία και ειδικά σε τράπεζες και αγορά ακινήτων

 

Τις σημαντικές προκλήσεις που εμπεριέχει η πανδημική κρίση για τον τραπεζικό κλάδο, αλλά και τις ευκαιρίες για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που προσφέρει η έκτακτη ρευστότητα της ΕΕ που εξασφάλισε η χώρα μας, επισημαίνει ο υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Θεόδωρος Μητράκος σε συνέντευξη που παραχώρησε στην Οικονομική Επιθεώρηση.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, η προσπάθεια για τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας θα πρέπει να συνεχιστεί με ακόμα πιο εντατικούς ρυθμούς, με τις τράπεζες να καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ενεργό συμμετοχή τους στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και στην ορθή αξιολόγηση του κινδύνου. Εκτιμά, πάντως, ότι δεδομένης της γενικότερης αβεβαιότητας που δημιουργεί η πανδημία είναι επιτακτική ανάγκη να υλοποιηθούν σύντομα λύσεις για την αντιμετώπιση όχι μόνο του υψηλού υφιστάμενου αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, αλλά και των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων που θα προκύψουν ως αποτέλεσμα των επιπτώσεων της πανδημίας. Στο πλαίσιο αυτό επιβάλλεται, σύμφωνα με τον ίδιο, να επισπευστούν οι λύσεις που έχουν ήδη δρομολογηθεί μέσω των τιτλοποιήσεων και του σχεδίου «Ηρακλής», καθώς και μέσω πρόσθετων μέτρων όπως η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη δημιουργία bad bank.

 

Κύριε υποδιοικητά, η Ελλάδα εξασφάλισε πακέτο 32 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της Covid-19. Μεγάλη πρόκληση παραμένει, ωστόσο, η απορρόφηση αυτής της ρευστότητας, δεδομένου του φτωχού ιστορικού απορρόφησης των ΕΣΠΑ τα προηγούμενα χρόνια. Κατά τη γνώμη σας, τι απαιτείται σε επίπεδο σχεδιασμού από την πλευρά της Πολιτείας για να επιτευχθεί αυτό και ποιος ο ρόλος του εγχώριου τραπεζικού συστήματος;

Η συμφωνία για το Ταμείο Ανάκαμψης (“Next Generation EU”) δείχνει πραγματική διάθεση από την πλευρά των ευρωπαϊκών θεσμών και των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) να γεφυρώσουν τις διαφορές τους με γνώμονα την αποτελεσματική αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας Covid-19.
Αδιαμφισβήτητα, είναι σημαντική πρόκληση για τη χώρα μας η απορρόφηση αυτής της ρευστότητας και, κυρίως, η αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων αυτών. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και μοναδική ευκαιρία για την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που θα στοχεύουν, μεταξύ άλλων, στην αποτελεσματικότερη λειτουργία του κράτους, ιδιαίτερα στους τομείς της υγείας, της παιδείας, της απονομής δικαιοσύνης και της ψηφιακής διακυβέρνησης. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό μέσω των μεταρρυθμίσεων αυτών να επιταχυνθεί ο εκσυγχρονισμός της ελληνικής οικονομίας και ο μετασχηματισμός του παραγωγικού υποδείγματος με έμφαση στην εξωστρέφεια, την καινοτομία, τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την περιβαλλοντική ευαισθησία, αλλά και τη συνεχή επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ένα Εθνικό Σχέδιο Ανάπτυξης το οποίο θα υποστηρίζεται από ευρείες συμμαχίες και θα συνάδει με τους στόχους της ΕΕ μέσω των κύριων πολιτικών της (Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, ψηφιακός μετασχηματισμός, ανθεκτικότητα), αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας.
Ο ρόλος του εγχώριου τραπεζικού τομέα είναι ιδιαίτερα σημαντικός στην προσπάθεια αυτή, συμβάλλοντας τόσο στη διαχείριση των επιμέρους προγραμμάτων και δράσεων όσο και, κυρίως, στη μόχλευση των διαθέσιμων πόρων μέσω των κατάλληλων χρηματοδοτικών εργαλείων. Ήδη τους πρώτους μήνες του 2020 καταγράφηκε θετικός ρυθμός μεταβολής των δανείων προς τις επιχειρήσεις. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ιουνίου 2020, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των τραπεζικών χορηγήσεων προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις ανήλθε σε 3,8%, ενώ την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουνίου 2020 η καθαρή ροή χρηματοδότησης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις ανήλθε σε περίπου 2,7 δισ. ευρώ. Η προσπάθεια για τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας θα πρέπει να συνεχιστεί με ακόμα πιο εντατικούς ρυθμούς, σε συνεχή διαβούλευση με όλους τους εμπλεκόμενους, με απλούστευση των διαδικασιών και περιορισμό της γραφειοκρατίας (δικαιολογητικά, προϋποθέσεις κ.λπ.). Ο ελληνικός τραπεζικός τομέας έχει ήδη θέσει φιλόδοξους, αλλά εφικτούς, στόχους για εκταμιεύσεις δανείων και παροχή ρευστότητας προς την πραγματική οικονομία.

 

Στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της πανδημίας, είδαμε ουσιαστικά πρώτη φορά να αναλαμβάνει δράση η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα. Στο παρελθόν, έχουν διατυπωθεί έντονες επιφυλάξεις για το πώς μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά και με διαφάνεια αυτός ο θεσμός – ο οποίος βέβαια λειτουργεί με επιτυχία σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Ποια η γνώμη σας;

Ο θεσμός της εθνικής αναπτυξιακής τράπεζας λειτουργεί με επιτυχία εδώ και δεκαετίες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Kreditanstalt für Wiederaufbau (KfW) στη Γερμανία. Στο πλαίσιο αυτό, αποφασίστηκε και δρομολογήθηκε η μετεξέλιξη του Εθνικού Ταμείου Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης (ΕΤΕΑΝ) στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα. Είναι ιδιαίτερα θετικό ότι ο σημαντικός της ρόλος έχει τύχει ευρύτερης πολιτικής αποδοχής, ενώ τα πρώτα δείγματα γραφής δικαιώνουν την ίδρυσή της.
Σε σύντομο χρονικό διάστημα, η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα ενεργοποίησε χρηματοδοτικά προγράμματα για την ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων, ιδίως των μικρομεσαίων που δέχτηκαν ισχυρό πλήγμα από την πανδημία. Τα προγράμματα αυτά αφορούν την επιδότηση επιτοκίου κεφαλαίου κίνησης για τις επιχειρήσεις που ανήκουν σε πληττόμενους κλάδους μέσω του Ταμείου Επιχειρηματικότητας (ΤΕΠΙΧ ΙΙ), αλλά και την παροχή εγγυήσεων του Ταμείου Εγγυοδοσίας της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας. Η παροχή εγγυήσεων μειώνει σημαντικά τον πιστωτικό κίνδυνο των τραπεζών με αποτέλεσμα να επιτυγχάνονται ευνοϊκότεροι όροι χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις (μικρότερο επιτόκιο, περιορισμένες εξασφαλίσεις).
Η διαφάνεια στους όρους συμμετοχής και την αξιολόγηση των επιχειρήσεων στα προγράμματα της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας μπορεί να ενισχύσει την αξιοπιστία της και να διευκολύνει σημαντικά την επίτευξη του σκοπού της. Σε αυτό θα συμβάλει και η ενίσχυσή της τόσο με κεφάλαια όσο και με εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.

 

Κατά την υλοποίηση των προγραμμάτων ΤΕΠΙΧ ΙΙ και του Ταμείου Εγγυοδοσίας, ασκήθηκε έντονη κριτική στις συστημικές τράπεζες και τον τρόπο που διέθεσαν –ή δεν διέθεσαν– αυτή τη ρευστότητα ανακούφισης στις πληττόμενες επιχειρήσεις. Έχει βάση αυτή η κριτική και σε ποιο βαθμό μπορούν οι τράπεζες να αναλάβουν υψηλότερο ρίσκο για την τόνωση της οικονομίας στην ιστορική συγκυρία που βιώνουμε;

Τα ελκυστικά χαρακτηριστικά των προγραμμάτων ΤΕΠΙΧ ΙΙ και εγγυοδοσίας της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, σε συνδυασμό με τις πολύ αυξημένες ανάγκες των επιχειρήσεων για κεφάλαια κίνησης, είχαν ως αποτέλεσμα την εκδήλωση ιδιαίτερα υψηλής ζήτησης για συμμετοχή των επιχειρήσεων στα προγράμματα αυτά, η οποία δεν είναι δυνατόν να καλυφθεί στο σύνολό της από τους διαθέσιμους πόρους. Αυτός νομίζω ότι είναι και ο βασικός λόγος που ορισμένες φορές διατυπώνονται εύλογα παράπονα από την πλευρά των επιχειρήσεων και ασκείται σχετική κριτική προς τις εμπορικές τράπεζες.
Θα ήθελα όμως να επισημάνω ότι τα προγράμματα αυτά, τα οποία στηρίζονται σε δημόσιους πόρους, έχουν συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις επιλεξιμότητας των επιχειρήσεων, που συνήθως ορίζονται από τις ευρωπαϊκές οδηγίες και πρέπει να τηρηθούν. Επιπλέον, οι τράπεζες οφείλουν να εφαρμόζουν συγκεκριμένα πιστοδοτικά κριτήρια με βάση τις εποπτικές και κανονιστικές απαιτήσεις. Κατά συνέπεια, οι τράπεζες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ενεργό συμμετοχή τους στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και στην ορθή αξιολόγηση και αποτίμηση του αναλαμβανόμενου πιστωτικού κινδύνου με βάση τη φερεγγυότητα των πελατών τους. Άλλωστε, η διαχείριση του υφιστάμενου υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί ήδη μια σημαντική πρόκληση που περιορίζει την ευελιξία των τραπεζών, καθώς και τη διάθεσή τους για ανάληψη μεγαλύτερου κινδύνου. Η παροχή εγγύησης του Δημοσίου μειώνει τον πιστωτικό κίνδυνο που αναλαμβάνουν οι τράπεζες. Οι βέλτιστες πρακτικές άλλων ευρωπαϊκών χωρών δείχνουν ότι υπάρχουν περιθώρια διεύρυνσης των ορίων των εγγυήσεων, γεγονός που θα συμβάλει στην ελάφρυνση των απαιτήσεων από την πλευρά των τραπεζών.
Παράλληλα, οι τράπεζες έχουν αναλάβει σημαντικές πρωτοβουλίες για τη διευκόλυνση των δανειοληπτών κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Μέχρι τα τέλη Ιουνίου 2020, είτε μέσω νομοθετικής ρύθμισης είτε μέσω διμερών συμφωνιών μεταξύ δανειοληπτών και τραπεζών/διαχειριστών, έχει γίνει αναστολή καταβολής δόσεων σε δάνεια νοικοκυριών και επιχειρήσεων συνολικού ύψους περίπου 18,5 δισ. ευρώ. Η αναστολή αυτή αφορά περίοδο έξι ή και περισσότερων μηνών και διευκολύνει την αντιμετώπιση των άμεσων επιπτώσεων της πανδημίας στη ρευστότητα και τη λειτουργία επιχειρήσεων σε πληττόμενους κλάδους. Πρέπει, λοιπόν, να κάνει κανείς μια συνολικότερη αποτίμηση των κινδύνων που έχουν αναλάβει οι τράπεζες και των περιθωρίων που διαθέτουν. Σε κάθε περίπτωση και παρά τις όποιες –αναμενόμενες λόγω των συνθηκών– αρχικές αρρυθμίες, είναι θετικό ότι σταδιακά επιταχύνεται ο ρυθμός εκταμίευσης των πιστώσεων προς την πραγματική οικονομία.

 

Ο τραπεζικός κλάδος κάνει λόγο για διόγκωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά 8-10 δισ. ευρώ εξαιτίας της πανδημίας φέτος. Συμμερίζεστε αυτή την εκτίμηση; Πότε θεωρείτε ότι θα είμαστε σε θέση να κάνουμε μια ασφαλή αποτίμηση των επιπτώσεων στους ισολογισμούς των τραπεζών, δεδομένου ότι με την αναστολή καταβολής των δόσεων κεφαλαίου ή/και τόκων από τις τράπεζες το πρόβλημα ουσιαστικά μετατίθεται για αργότερα;

Η δραματική επιδείνωση των μακροοικονομικών προβλέψεων και η προβλεπόμενη βαθιά οικονομική ύφεση είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσουν σε νέα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Πράγματι, φαίνονται εύλογες οι εκτιμήσεις τραπεζικών στελεχών που κάνουν λόγο για δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων ύψους 8-10 δισ. ευρώ. Ωστόσο, οι προβλέψεις αυτές υπόκεινται σε σημαντικούς κινδύνους και αβεβαιότητες. Η εξέλιξη των υγειονομικών δεδομένων για το ερχόμενο φθινόπωρο είναι κρίσιμη παράμετρος. Θα καθορίσει την πορεία της οικονομικής ανάκαμψης και συνεπώς την ικανότητα των επιχειρήσεων να αποπληρώσουν τα δάνειά τους. Επιπλέον, η παροχή διευκολύνσεων προς τους δανειολήπτες, όπως η αναστολή της καταβολής δόσεων τόκων και κεφαλαίου, δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τη διατύπωση εκτιμήσεων στην τρέχουσα συγκυρία.
Σε κάθε περίπτωση, εξαιτίας της γενικότερης αβεβαιότητας που δημιουργεί η πανδημία, είναι επιτακτική ανάγκη να υλοποιηθούν σύντομα λύσεις για την αντιμετώπιση όχι μόνο του υψηλού υφιστάμενου αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, αλλά και των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων που θα προκύψουν ως αποτέλεσμα των επιπτώσεων της πανδημίας. Δεδομένου ότι η εποπτική ευελιξία που έχει δοθεί από τις εποπτικές αρχές αλλά και τα μέτρα της Πολιτείας για τη στήριξη των δανειοληπτών είναι προσωρινού χαρακτήρα, επιβάλλεται κατά τη διάρκεια αυτής της μεταβατικής περιόδου να επισπευστούν οι λύσεις που έχουν ήδη δρομολογηθεί στο πλαίσιο των τιτλοποιήσεων με την εγγύηση του Δημοσίου και το Σχήμα Προστασίας Στοιχείων Ενεργητικού («Σχέδιο Ηρακλής»). Συμπληρωματικά στο σχέδιο αυτό εντάσσεται και η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη δημιουργία ενός σχήματος συνολικής διαχείρισης προβληματικών στοιχείων ενεργητικού (Asset Management Company) των ελληνικών τραπεζών. Ταυτόχρονα, κρίνεται απαραίτητη η αναμόρφωση του πλαισίου εξυγίανσης του ιδιωτικού χρέους, το οποίο πρέπει να στοχεύει στη διευθέτηση των οφειλών με δίκαιο, αποτελεσματικό και κοινωνικά ευαίσθητο τρόπο. Ένα τέτοιο πλαίσιο μπορεί να αποβεί επωφελές για όλους τους εμπλεκομένους, ενισχύοντας ταυτόχρονα την κοινωνική συνοχή.

 

Και μια ερώτηση για την αγορά ακινήτων. Πώς εκτιμάτε ότι θα διαμορφωθεί το τοπίο σε μια αγορά που βρισκόταν σε μεγάλη άνθηση στη χώρα μας προ της πανδημίας; Ποια είναι η εικόνα σήμερα και πότε θα δούμε ξανά τα ξένα κεφάλαια να εισρέουν στο ελληνικό real estate;

Έχουμε πράγματι μια ανατροπή του θετικού σκηνικού που είχε δημιουργηθεί τα τελευταία δύο χρόνια, και κυρίως στη διάρκεια του 2019, στις αγορές οικιστικών και επαγγελματικών ακινήτων. Η ζήτηση από το εξωτερικό, η οποία συνέβαλε σημαντικά στην ανάκαμψη της αγοράς τα τελευταία έτη, έχει υποχωρήσει και οι επενδυτές τηρούν στάση αναμονής. Το εγχώριο ενδιαφέρον για συναλλαγές επί ακινήτων έχει περιοριστεί τόσο από την πλευρά της προσφοράς όσο και, κυρίως, από την πλευρά της ζήτησης, καθώς οι αβεβαιότητες για τη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης και τις επιπτώσεις της στην πραγματική οικονομία είναι ιδιαίτερα υψηλές. Είναι δύσκολο στην παρούσα συγκυρία να προσδιοριστεί το νέο σημείο ισορροπίας της αγοράς. Πάντως, τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι τόσο οι τιμές των ακινήτων όσο και τα ενοίκια πιθανότατα θα δεχθούν πιέσεις, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Το μέγεθος των πιέσεων αυτών θα εξαρτηθεί κυρίως από τις εξελίξεις στο υγειονομικό πεδίο και από τον χρόνο επαναφοράς της οικονομίας στην κανονικότητα.
Παρ’ όλα αυτά, κατά τη γνώμη μου, η Ελλάδα θα παραμείνει στον επενδυτικό χάρτη των ξένων επενδυτών, επειδή καταγράφει πραγματικές επενδυτικές ευκαιρίες, ενώ οι αποτιμήσεις των ακινήτων φαίνεται να είναι σε σχετικά πιο χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με άλλους ανταγωνιστικούς προορισμούς. Επιπλέον, οι τιμές των ακινήτων παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από αυτές που είχαν καταγραφεί πριν από την προηγούμενη κρίση χρέους (κατά 35% για τις κατοικίες), επιτρέποντας αξιόλογες αποδόσεις. Οι μακροχρόνιοι επενδυτές πρέπει να παραμείνουν στην ελληνική αγορά ακινήτων ή σταδιακά να επανατοποθετηθούν, εκμεταλλευόμενοι την πιθανή πίεση στις τιμές και τις όποιες επενδυτικές ευκαιρίες δημιουργηθούν.